Ένας χειμωνιάτικος Απρίλης (*) Διήγημα short fiction

Περπατάμε χέρι χέρι. Είναι σφιχτά δεμένα μεταξύ τους, εγκλωβίζουν τη θερμότητα της αγάπης μας, είναι μια ένωση φωτός μέσα στο κάτασπρο τοπίο. Τα βήματά μας είναι αργά αλλά σταθερά, λιώνουν το χιόνι άσπλαχνα, αφήνοντας τις πατημασιές μας, τις δικές του που είναι μεγάλες και τις δικές μου που είναι μικρές. Γυρνάω πίσω να δω από που ξεκινήσαμε, όμως οι νιφάδες, κατάσκοποι της λήθης, έχουν καλύψει επιμελώς την πορεία μας. Εκείνος κοιτάζει αγέρωχα μπροστά, γελαστός και νηφάλιος.

Το μονοπάτι φαντάζει ατελείωτο, τα δέντρα γέρνουν στο βάρος του χιονιού που απολαμβάνει την επίδειξη της δύναμής του στα γέρικα κλαδιά τους. Μια ομίχλη προσπαθεί να μας τυλίξει σαν πέπλο παρθένας νύφης, αλλά το χαμόγελό του τη διαλύει, συναγωνιζόμενο το εκθαμβωτικό λευκό που μας περιβάλλει.

Του σφίγγω ακόμη πιο δυνατά το χέρι. Εκείνος με κοιτάζει στα μικρά γαλανά μου μάτια, κρυστάλλινες μπάλες που εγκλωβίζουν την αντανάκλαση μιας χιονόπτωσης απαλής, σαν να μας πασπάλιζαν με άχνη για να γλυκάνουν τον πόνο.

Το κρύο διαπερνά τα μάλλινα ρούχα μας, γελάω όταν διαπιστώνω ότι και οι δύο έχουμε ντυθεί στα λευκά. Νιώθω τις τρίχες του κορμιού μου να παραδίδονται σε ένα μυστήριο κάλεσμα να ξυπνήσουν από τη χειμερία νάρκη τους και να παραταχθούν όρθιες στη σειρά σαν αναστημένοι Λάζαροι σε προσοχή.

Η μεγάλη του παλάμη είναι ακόμη ζεστή. Νιώθω ασφαλής. Όπου μας βγάλει ο δρόμος, μου λέει όπως μου έλεγε πάντα στις βόλτες που εκείνος με καθοδηγούσε. Του γνέφω καταφατικά στην τελευταία μας βόλτα. Υπάρχει μια αγνότητα σε αυτό το παγωμένο άσπρο, κρύβει με τόση επιμέλεια τις σκούρες όψεις που πιθανώς θα ορθώνονταν γύρω μας χωρίς αυτό. Ο ουρανός παλεύει να διεκδικήσει μάταια μια ξέχωρη θέση από τα χιονισμένα λιβάδια στον πάλλευκο ορίζοντα.

Ξαφνικά η ομίχλη γίνεται πιο πυκνή, σαν ένας σπειροειδής γαλαξίας που τυλίγεται γύρω του. Μόνο γύρω του. Τον τραβάει από μένα, ενώ το μικρό μου χέρι είναι αδύναμο για να τον κρατήσει κοντά μου. Τα δάκρυα παγώνουν στα παιδικά μου μάτια.

Αφήνει την τελευταία του αναπνοή στο γεμάτο από τον κόσμο σαλόνι. Το χιονισμένο δάσος γίνεται δωμάτιο, το μονοπάτι ένας ξεφτισμένος τριθέσιος καναπές. Ξημερώνει είκοσι δύο του Απρίλη. Το χέρι του παύει να είναι ζεστό. Στις όψεις όλων μένει μόνο ο χειμώνας.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s