Εξ’ αποστάσεως (*) Διήγημα

Κλείνω τα μάτια. Ανοίγει τα μάτια. Η καρδιά μου χτυπά. Η καρδιά της χτυπά. Στριφογυρνάω στο κρεβάτι ενώ παράλληλα παίζω ξύλο με το μαξιλάρι μου. Ρίχνει το σεντόνι της στο πάτωμα. Κοιμάμαι. Σηκώνεται και βάζει τον βραστήρα σε λειτουργία.

Την ονειρεύομαι. Με σκέφτεται. Στο όνειρό μου είναι δίπλα μου, ακουμπάει τα χείλη της στα αυτιά μου, σάρκα πάνω στη σάρκα, η ανάσα της γίνεται καυτή, τρυπώνει στο σώμα μου, ο ιδρώτας της είναι μύρο που κυλάει στο γυμνό μου κορμί. Ρίχνει το καυτό νερό στην κούπα και βουτάει το φακελάκι με το τσάι, σαν να το πνίγει αργά, ξανά και ξανά μέσα στο καυτό νερό. Καίγομαι. Βήχει.

Το φως του φεγγαριού τρυπώνει από τις γρίλιες και σχηματίζει αστερισμούς πάνω στο κορμί μου με φόντο το σκούρο σεντόνι σαν προσωρινό τους ουρανό. Το φως του ήλιου χαϊδεύει τα μαλλιά της. Φοράω την κολόνια της. Φοράει το πουκάμισο μου. Ανασαίνω βαριά παραδομένος στη λήθη του Μορφέα. Ρουφάει τις πρώτες γουλιές από την κούπα και την κρατά σφιχτά . Κάνουμε έρωτα, οι μηροί της τυλίγονται γύρω μου και είναι το κομμάτι του παζλ που μου λείπει. Ακουμπάει το πρόσωπό της στο τζάμι και βλέπει τη θάλασσα. Γινόμαστε χρώμα, γινόμαστε θάλασσα. Ένας βαρύς αναστεναγμός ανεβαίνει στο λαιμό της. Ξυπνάω. Της τηλεφωνώ. Τρέχει να σηκώσει το κινητό της.

Ακούω τη φωνή της και η καρδιά μου χάνει το ρυθμό της. Ακούει τη φωνή μου και κολλάει το κεφάλι της στο τζάμι, παρατηρώντας τα πορτοκαλί χρώματα του ουρανού.

-Πώς είσαι; τη ρωτάω.

-Τι κάνεις ξύπνιος τέτοια ώρα;

-Δεν είχα ύπνο, της απαντώ. Πώς είναι η ξενιτιά; Την παλεύεις;

Σιωπά. Σιωπώ. Τη σκέφτομαι μόνη σε μια ξένη χώρα στην άλλη άκρη του κόσμου. Με σκέφτεται μόνο μου πίσω στην πατρίδα της. Θέλω να είμαι μαζί της. Θέλει να με πάρει αγκαλιά.

-Την παλεύω, μου λέει. Είναι δύσκολα, καταλαβαίνεις. Στη δουλειά μου φέρονται καλά, η υπόλοιπη μέρα περνάει πολύ αργά.

-Μου λείπεις.

Μου λείπει. Της λείπω. Οι ώρες μακριά της μοιάζουν βουνό που κανένας άνθρωπος δεν έχει τολμήσει να κατακτήσει την κορυφή του.  Οι ώρες μακριά μου μοιάζουν χιλιοειπωμένη ιστορία. Δεν έχω καν τα λεφτά να βγάλω εισιτήριο να πάω να τη δω. Δεν έχει το κουράγιο να μου πει πόσο μπλεγμένοι είμαστε και οι δυο σε αυτή την ιστορία.

-Πότε θα έρθεις;

-Δεν ξέρω, λέω. Απλά δεν ξέρω. Ίσως όταν βρω μια δουλειά…

-Ωραία… .μου απαντά.

-Ωραία, προσθέτω.

Απογοητεύεται. Νιώθω ντροπιασμένος. Θέλει να κλάψει αλλά κρατιέται. Θέλω να κλάψω και δεν μπορώ να κρατηθώ. Πετάει το ποτήρι της στο νεροχύτη. Κλαίω βουβά.

-Πρέπει να έρθεις σύντομα , η απόσταση αρχίζει και με κουράζει.

-Το προσπαθώ, μείνε στην ουσία σε παρακαλώ.

-Ποια είναι η ουσία;

-Ότι σε νοιάζομαι, ότι θέλω να είμαι μαζί σου.

-Είσαι μαζί μου;

Απορεί. Της δίνω δίκιο. Δουλεύει σαν το σκυλί σε μια ξένη χώρα. Κάθομαι άπραγος στη δική μου. Είναι μόνη της, χωρίς φίλους, σε μια τρύπα πέντε επί πέντε. Είμαι με την άρρωστη μάνα μου σε ένα σπίτι υποθηκευμένο.

-Ξέρω πως δε θα πάει καλά όλο αυτό. Ξέρω πως δε θα έρθεις πότε.

Μένω σιωπηλός τόσα χιλιόμετρα πιο πέρα. Η θάλασσα παύει να της προσφέρει πια παρηγοριά, είναι εμπόδιο μεταξύ μας, είναι απόσταση, είναι μίλια. Ανάβω το φως και ανοίγω το συρτάρι. Ανοίγει το συρτάρι και βγάζει την μπλούζα της. Βγάζω τις φωτογραφίες της και τη χαζεύω. Αφήνει την πιζάμα της να πέσει στο πάτωμα και ντύνεται βιαστικά, κρατώντας το κινητό όπως όπως. Τη βλέπω σε κάθε φωτογραφία που κρατώ, μία μία, χαϊδεύω  με το δάχτυλό μου  την εικόνα της. Ανατριχιάζει καθώς βάζει την μπλούζα της σαν να ένιωσε το χάδι μου στο λαιμό της.

-Πρέπει να σε κλείσω, θα αργήσω στη δουλειά.

-Κουράστηκες;

-Εγώ δεν κάθομαι όλη μέρα, μου λέει.

-Αν κουράστηκες μαζί μου, της εξηγώ, Αν κουράστηκες με εμάς.

-Δεν ξέρω, Δεν ξέρω. Μπορεί και να σ’ αδικώ που σου φέρομαι έτσι.

-Μπορεί;

Αναρωτιέμαι. Νιώθει έναν πόνο σαν ξιφολόγχη που διαπερνά τον θώρακα της. Θέλω να της πω να συνεχίσει τη ζωή της μακριά μου αλλά είμαι πολύ εγωιστής για να της το προτείνω. Θέλει να μου πει πως όλο αυτό τελειώνει εδώ αλλά είναι πολύ δειλή για να με πληγώσει. Θέλω να της πω πόσο πολύ μου λείπει η βόλτα μας τα βράδια, εκείνη η βόλτα στη γειτονιά, δίχως μπύρες στο χέρι, δίχως λεφτά επάνω μας. Απλά εγώ και αυτή. Θέλει να μου πει πόσο της έλειψαν τα ραντεβού μας στη στάση του λεωφορείου, να καθόμαστε σαν να περιμένουμε το λεωφορείο και να συζητάμε πριν κατηφορίσουμε τον πεζόδρομο.  Δε λέω τίποτα. Δε λέει κουβέντα.

-Θα μιλήσουμε αργότερα, μου λέει.

-Να προσέχεις.

-Δεν είμαι παιδί, στη δουλειά θα πάω, τι μπορεί να συμβεί; μου ανταπαντά εκνευρισμένη.

-Είπα απλά να προσέχεις, αυτό. Μπορείς να είσαι γλυκιά μαζί μου, δε θέλω κάτι άλλο.

-Δεν μπορώ να μπω σε αυτή τη λογική. Είμαι όπως μπορώ, μου λέει. Πρέπει να κλείσω.

-Εντάξει, λέω με τη σειρά μου παραδομένος στη θέλησή της να διακόψει σύντομα την επικοινωνία μας.

-Εντάξει, επαναλαμβάνει εκείνη.

Στο ακουστικό ακούγεται η ανάσα της. Στο ακουστικό περιμένει να μ’ ακούσει να της λέω πως την αγαπώ. Τα χείλη μου μένουν ερμητικά κλεισμένα. Τα δάχτυλά της κατευθύνονται στο πλήκτρο που θα τερματίσει την κλήση μας. Η μάνα μου στο δωμάτιο της φωνάζει. Πρέπει να της κάνω την ένεσή της. Το τηλέφωνο κλείνει. Κλαίω δυνατά. Κλαίει με λυγμούς. Πηγαίνω στο δωμάτιο και η μάνα μου με βλέπει στεναχωρημένο, κατηγορεί τον εαυτό της για όσα ζούμε και ας μη το λέει με λόγια. Φαίνεται στην έκφρασή της. Παίρνω το χέρι της μητέρας μου στην παλάμη μου και αυτό αρκεί για να της δείξω πως δε φταίει κανείς μας.

Εκείνη φοράει με βίαιες κινήσεις τα παπούτσια της. Κοιτάζει στον καθρέφτη το πρόσωπό της και σκουπίζει τα μάγουλά της. Η αντανάκλασή  της  λέει πως δεν ευθύνεται για κάτι. Δε φταίω. Δε φταίει. Επιστρέφω στο κρεβάτι μου για να ξαπλώσω και πάλι. Οδηγεί για να φτάσει στη δουλειά της. Σκέφτομαι πως με ένα μαγικό τρόπο γίνομαι συνοδηγός της, της λέω αστεία και εκείνη ξεκαρδίζεται στα γέλια. Κρατάει σφιχτά το τιμόνι και μου χαμογελάει, είμαι συντροφιά της, είμαι δίπλα της, δε θα την εγκαταλείψω ποτέ. Σκέφτεται πως είμαι συνοδηγός της, πως έχω ανεβασμένα τα πόδια μου ψηλά και με μαλώνει να τα κατεβάσω, πως της προτείνω να σταματήσει να οδηγεί και να κάνουμε έρωτα μέχρι το επόμενο ξημέρωμα, μέχρι την επόμενη χιλιετηρίδα. Ασταμάτητα, αχόρταγα, αδηφάγα. Την αγαπάω. Με αγαπάει.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s