Τζο, το βρεγμένο αρκουδάκι (*) Παραμύθι

Processed with Moldiv

Ένα παραμύθι για τις ετικέτες, τα θέλω των άλλων, τη μοναξιά και την ανάγκη για αγκαλιά.

O Τζο ήταν ένα αρκουδάκι, ένα λούτρινο, πολύ μικρό,  καθαρό, όμορφο και χαριτωμένο αρκουδάκι. Όμως αυτό δεν κράτησε για πολύ γιατί λίγα λεπτά αφού γεννήθηκε ο Τζο, κατέληξε να βρίσκεται βρεγμένος και αυτό όχι γιατί δεν πρόλαβε να πει στη μαμά του ότι θέλει να πάει τουαλέτα.

Από τη στιγμή που γεννήθηκε λοιπόν στο μεγάλο εργοστάσιο «ΑΡΚΟΥΔΕΞ», μια ψηλόλιγνη κυρία με μεγάλα γυαλιά τον ακούμπησε ψηλά σε ένα ράφι που δεν είχε προσέξει πως ήταν γεμάτο μούχλα και νερά. Ο Τζο τότε ένιωσε για πρώτη φορά το κρύο νερό να τον διαπερνά και κοίταξε τα άλλα αρκουδάκια που παρέμεναν στεγνά και του είχαν γυρίσει την πλάτη τους. «Είσαι βρεγμένος, μπλιαχ» του είπε το αρκουδάκι που ήταν ακριβώς δίπλα του.

Η κυρία με τα γυαλιά τα κοίταξε όλα για μια ακόμη φορά και όταν είδε τον Τζο, πόσο βρεγμένος ήταν, τον πήρε στα χέρια της και τον κατέβασε από το ράφι. Τα χέρια της ήταν ζεστά και ο Τζο πίστεψε πως θα τον κρατούσε για πάντα στην αγκαλιά της αυτή η καλή κυρία, όταν χωρίς να το καταλάβει βρέθηκε μέσα σε έναν κάδο σκουπιδιών.

Έβρεχε τόσο πολύ εκείνη τη μέρα που το νερό πάγωνε τον μικρό Τζο, σφηνωμένος όπως ήταν ανάμεσα στα σκουπίδια. Ο Τζο είχε απελπιστεί. Πάλι όμως ένα ζευγάρι ζεστά χέρια τον έκαναν να πιστέψει πως όλα θα άλλαζαν προς το καλύτερο. Ήταν ένα μικρό κοριτσάκι που του έλεγε πόσο όμορφος είναι, πόσο γλυκός και πως θα τον είχε μαζί της για πάντα. «Για πάντα» σκέφτηκε ο Τζο και αποκοιμήθηκε στα χέρια του μικρού κοριτσιού.

Όμως αυτός ο ύπνος δεν κράτησε πολύ. Ο μικρός μας φίλος ξύπνησε απότομα  στον πάτο ενός ενυδρείου. Το μικρό κορίτσι τον βουτούσε ξανά και ξανά μέσα στο ενυδρείο και ζητωκραύγαζε χαρούμενο που μάθαινε στον Τζο κολύμπι. Και πάλι βρεγμένος…

«Δε σου είπα δε θα μαζεύεις βρώμικα παιχνίδια από τον δρόμο, θέλεις να πάθουν τίποτα τα ψαράκια σου και να κλαις;» ακούστηκε η φωνή μιας μεγαλόσωμης γυναίκας που με βία τον άρπαξε από το μικρό κορίτσι.

Μισοπνιγμένος και παρά πολύ μουσκεμένος, σωσμένος από το μαρτύριο της ακούσιας κολύμβησης, ο Τζο βρέθηκε ξαφνικά μέσα στη λεκάνη της τουαλέτας. Η μαμά του κοριτσιού τράβηξε το καζανάκι και το μικρό αρκουδάκι, χτυπώντας στις σωληνώσεις, βρέθηκε στον βρώμικο υπόνομο, μόνο του, χωρίς φως, χωρίς ζεστασιά, χωρίς κανέναν. «Η μοναξιά μυρίζει, η μοναξιά σε παγώνει, η μοναξιά είναι πίσσα σκοτάδι, αλλά τουλάχιστον δεν έχω κανένα να μου φέρεται άσχημα» σκέφτηκε ο Τζο.

Από τον υπόνομο ο Τζο βρέθηκε κάποια στιγμή…στη θάλασσα. Ναι, στη μεγάλη, υγρή θάλασσα. Ήταν  να απορεί κανείς με τη θέληση του Τζο για ζωή, πως ακόμα δεν είχαν σχιστεί τα πάνινα μέλη του.

Πέρασαν μήνες και ο Τζο ήταν ακόμη ζωντανός. Κάποια στιγμή, έτσι όπως επέπλεε στη μέση του ωκεανού, είδε ένα χαρτάκι που είχε ραμμένο στην κοιλίτσα του. «¨Τι είναι αυτό; Το είχα πάντα πάνω μου;» Σήκωσε λίγο το κεφαλάκι του για να διαβάσει τι έγραφε το χαρτάκι και διάβασε με δυσκολία τη λέξη «ΑΔΙΑΒΡΟΧΟ». Μάλλον γι’ αυτό εκείνη η κυρία τον είχε πετάξει στα σκουπίδια. Γι΄αυτό το κοριτσάκι τον βουτούσε στο νερό. Όχι, δεν ήταν αυτός που έπρεπε να είναι και έπρεπε να τιμωρηθεί. Δεν ήταν αυτό που έλεγε η ταμπελίτσα του πως έπρεπε να είναι.  Γι’ αυτό δε με αγαπάει κανείς, γιατί είμαι κάτι άλλο από αυτό που λέει πάνω μου πως είμαι.

Processed with Moldiv

Τα μάτια του θόλωσαν, δεν ήταν όμως από τα δάκρυα που είχαν μόλις αρχίσει να σχηματίζονται. Άσπρα κομμάτια χιονιού πέφτανε από τον ουρανό. Κρύο, πολύ κρύο και ανεμοθύελλα! Μέσα σε μια ώρα ο Τζο ήταν παγωμένος στην κορυφή ενός μικρού παγόβουνου.

Όταν οι πρώτες ακτίνες του ήλιου άρχισαν να λιώνουν τον πάγο που περιέβαλε τον μικρό Τζο, πίστεψε πως για πρώτη φορά, μετά από πολύ καιρό, θα ήταν επιτελούς στεγνός. Ένα μικρό Εσκιμωάκι τον άρπαξε και ξεκίνησε να τον γλύφει σαν να ήταν παγωτό!

«Μα γιατί μου φέρονται τόσο περίεργα; Τι κακό έχω κάνει;» αναρωτήθηκε ενώ το Εσκιμωάκι, αν και ήθελε απλά να παίξει μαζί του, έκανε κάτι που δεν άρεσε καθόλου στον Τζο.

Το Εσκιμωάκι τότε σταμάτησε να παίζει μαζί του. Άραγε μπορούσε να ακούσει τις σκέψεις του, άραγε βρήκε επιτέλους ένα φίλο που θα σεβόταν την επιθυμία του να μείνει στεγνός;  Μια μεγάλη πολική αρκούδα ερχόταν προς το μέρος τους και το παιδί έτρεξε όπως όπως να ενημερώσει τους γονείς του, πετώντας μακριά του τον Τζο.

Η μεγάλη άσπρη αρκούδα πήρε τον Τζο στην αγκαλιά της. Ο Τζο φοβόταν τα ζεστά χεριά και αυτά τα χέρια ήταν τόσο μα τόσο ζέστα. Εκείνη τον κοίταξε σαν να ήταν αληθινό παιδί της και τον κράτησε σφιχτά στην αγκαλιά της μέχρι ο Τζο να στεγνώσει…

ΜΟΝΟ ΠΟΥ Ο ΤΖΟ ΠΑΡΕΜΕΝΕ ΑΚΟΜΑ ΒΡΕΓΜΕΝΟ ΑΡΚΟΥΔΑΚΙ ΓΙΑΤΙ ΠΙΑ ΕΚΛΑΙΓΕ ΑΠΟ ΧΑΡΑ…

Processed with Moldiv

Advertisements

2 thoughts on “Τζο, το βρεγμένο αρκουδάκι (*) Παραμύθι

    1. Σε ευχαριστώ πολύ για τα καλά σου λόγια, νομίζω είναι μεγάλη ανταμοιβή για όσους γράφουν να βλέπουν πως η γραφή τους επικοινωνεί. Καλή συνέχεια και σε σένα, δημιουργική και παραγωγική.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s