Κιόλας (*) Διήγημα (Βραβευμένο με το «Β΄ βραβείο» σε διαγωνισμό διηγήματος)

«ΚΙΟΛΑΣ»

-Και η άνοιξη, πες μου για την άνοιξη, θέλω να ξέρω για την άνοιξη, είπε σχεδόν πεινασμένα με τη βίαια επανάληψη της λέξης «άνοιξη» να κατακλύζει το στόμα του.

-Η άνοιξη, η άνοιξη είναι γεμάτη χρώματα… το πράσινο νομίζεις πως είναι φρεσκοβαμμένο, πως πήρε κάποιος το θεόρατο πινέλο του και το βούτηξε σε αυτό το πράσινο που σου κλέβει την καρδιά… στην κάνει να υποφέρει κυριολεκτικά από το μεγαλείο της φύσης, στολισμένη σαν παρθένα κόρη, γεμάτη καρπούς και δώρα, υποσχέσεις και μύρο…

-Πες μου για το κίτρινο. Θέλω να ακούσω για το κίτρινο τώρα, λέει ο μικρός στη μητέρα του, που του πιάνει το χέρι σφιχτά.

-Το κίτρινο, το κίτρινο είναι σχεδόν όπως το κίτρινο του ήλιου, οι μαργαρίτες μοιάζουν με χιλιάδες μικρούς ήλιους που είναι στεφανωμένοι με μικρά, χαριτωμένα, άσπρα πέταλα. Τα χρυσάνθεμα είναι ακριβώς όπως το όνομά τους, βαμμένα στο κίτρινο χρυσό που πλημμυρίζει ανελέητα την πλάση.  Τα αστέρια το βράδυ κάνουν αυτόν τον  αιώνιο έφηβο, αυτόν τον σπυριάρη ουρανό, τόσο γοητευτικό, τόσο θελκτικό για τις ρομαντικές ψυχές. Τα σύννεφα είναι λιγοστά την άνοιξη, είναι ευκαιρία να κοιτάς τον κύριο Ουρανό κατάματα και να βλέπεις τους σχηματισμούς των αστεριών, μικρές αρκούδες, δισκοβόλους, υδροχόους και αθώα ψαράκια που λαμπυρίζουν κίτρινα στον τεράστιο, ανάποδο, μπλε «βυθό»

    Το παιδάκι βήχει δυνατά και διακόπτει τη μητέρα του. Κουνάει τα ποδαράκια του που προεξέχουν από το παγκάκι, σφίγγει ακόμα πιο δυνατά το χέρι της μητέρας του.

-Σειρά έχει το αγαπημένο μου, μαμά.

-Το κόκκινο!

-Ναι, το κόκκινο!

-Το κόκκινο που ντύνει τις παπαρούνες με το γιορτινό τους φόρεμα, το κόκκινο που βάφει τα αβγά που με τόση λαιμαργία τρως, το κόκκινο που εκρήγνυται στα λιβάδια, που στολίζει τα δειλινά τη θάλασσα με τις πιο γλυκές του αποχρώσεις, που χορεύει επικίνδυνα με το κίτρινο του ήλιου εκείνες τις ήσυχες ώρες. Το κόκκινο που κάνει τα τριαντάφυλλα ακαταμάχητα, ποθητά και περήφανα στις γωνιές κάθε κήπου…

    Το παιδί χαμογελάει με ένα χαμόγελο που μοιάζει με ουράνιο τόξο κρεμασμένο ανάποδα. Ακούει τον ήχο των αυτοκινήτων που τους προσπερνάνε, μπροστά τους ορθώνονται τεράστια γκρι κτίρια που συνωμοτούν διαρκώς για να εξαφανίσουν τη θέα του ουρανού, να αφήσουν στους ανθρώπους μονάχα μια μπλε τρύπα να τους κοιτάζει από ψηλά. Οι περαστικοί περνάνε και κοιτάζουν, το βλέμμα τους πέφτει στη μάνα και στο μικρό παιδί που είναι κρατημένοι γερά, λες και το παγκάκι είναι σχεδία μέσα σε τρικυμία και οι περαστικοί  Κύκλωπες που καραδοκούν για το επόμενο θύμα τους.

-Κόκκινο και κίτρινο, μαμά;

-Πορτοκαλί!

-Μπράβο, μαμά, λέει ο μικρός. Πες μου για το πορτοκαλί λοιπόν και μετά μπορούμε να φύγουμε.

     Κοιτάζει το ρολόι της και καταλαβαίνει πως ο γιος της πλέον έχει απίστευτη αίσθηση του χρόνου, ξέρει πως ο χρόνος τους τελειώνει και επιταχύνει το λόγο της για να ακούσει αυτά που θέλει.

-Το μπλε, το γαλάζιο, το ροζ…; Όλα τα άλλα χρώματα; Σήμερα θα μείνουν παραπονεμένα;

-Αύριο που θα μου ξαναπείς για το καλοκαίρι, θα μου πεις μόνο γι’ αυτά, εντάξει; Τώρα θέλω να μου πεις για το πορτοκαλί.

-Πολύ καλά λοιπόν, θα σου πω για το πορτοκαλί. Το πορτοκαλί είναι μια πολυτελής λεπτομέρεια σε αυτό τον κόσμο, ναι, αυτό είναι. Είναι σαν τα σκουλαρίκια που βάζει η μάμα όταν θέλει να βγει βόλτα με τον μπαμπά, σαν εκείνα τα σπίτια στη Μοντένα που κάνουν ολόκληρη την πόλη να μοιάζει με τεράστιο πορτοκάλι, ζουμερό, χυμώδες, ευωδιαστό.

-Και το δωμάτιο μου θα το βάψεις πορτοκαλί μαμά όταν γυρίσουμε;

-Θα το βάψω το πιο όμορφο πορτοκαλί του κόσμου, μωρό μου. Θα ‘σαι ο πρίγκιπας που θα κρύβεται μέσα στο γιγαντιαίο πορτοκάλι μας, εντάξει;

-Εντάξει, μαμά. Θα είμαι ο πρίγκιπάς σου, τον μπαμπά να τον αφήσουμε σε ένα γαλάζιο δωμάτιο και να έρχεται μόνο τα καλοκαιριά στην κρυψώνα μας.

    Γελάνε και οι δυο δυνατά. Ο κόσμος εξακολουθεί να τους αφήνει ξοπίσω του, τα χέρια τους είναι ενωμένα όλη αυτήν την ώρα.

-Έφτασε η ώρα μικρέ μου.

-Έφτασε, μαμά, λέει ο μικρός, δείχνοντας της ότι το έχει ήδη καταλάβει. Έχει καιρό να ρωτήσει ένα παιδικό «κιόλας» ή να εκφράσει παιδιάστικα το «γιατί» που όλοι οι συνομήλικοι του ρωτάνε όταν τους στερούν κάτι. Πιάνει το μπαστουνάκι του και σφίγγει ακόμη περισσότερο το χέρι της μητέρας του, το μπαστουνάκι κινείται δεξιά και αριστερά, καθοδηγητής του μικρού τυφλού αγοριού. Η μητέρα του σπρώχνει την τροχήλατη, ψυχρή, μεταλλική κατασκευή στην οποία είναι κρεμασμένος ο ορός του μικρού, το χέρι της πάντα σφιχτά ενωμένο με το δικό του, και οι δυο τους μπαίνουν ξανά στην κλινική που βρίσκεται πίσω τους.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s