Τονισμένη πόλη (*) Διήγημα

Βρίσκεται ήδη στην αποβάθρα του μετρό. Ένα περιέργως δροσερό απόγευμα του Ιούλη. Του αρέσει αυτή η ώρα. Ο κόσμος λιγοστεύει και ο ήλιος κατεβαίνει χαμηλά να γλείψει τις γκρίζες κορυφές των κτιρίων που σκουντιούνται μεταξύ τους για να χωρέσουν στην αγκαλιά του. Παρατηρεί τα πρόσωπα των αγνώστων, είναι όλοι τους γλυκείς, βερνικωμένοι με τη χρυσόσκονη  αυτής της ώρας. Ανασαίνει βαθιά. Τα πνευμόνια του φιλτράρουν το νέφος και στα βάθη τους φτάνει μόνο η ελπίδα για ένα όμορφο απόγευμα, ένα απίστευτα γιορτινό σήμερα.

Οι πόρτες του συρμού ανοίγουν, μπαίνει μέσα και αισθάνεται πλέον περισσότερο εκτεθειμένος από πριν. Ξέρει πως τα βλέμματα των ανθρώπων θα πέσουν στιγμιαία πάνω του, λες και η όψη του κινεί μαγνητικά τους σιδερένιους βολβούς των ματιών τους. Όχι δεν είναι το πίρσιγκ στη μύτη του και το κούρεμά του σε στυλ μοϊκάνα. Ούτε το τατουάζ του που σαν μικροσκοπικός πύθωνας τυλίγεται στο χέρι του.

Ο συρμός ξεκινάει, τα βλέμματα έχουν στραφεί πια σε κατευθύνσεις που τέμνονται χιλιόμετρα μακριά. Τώρα μπορεί εκείνος να ρίξει τα δίχτυα της όρασής του στους επιβάτες που οι περισσότεροι αμίλητοι κάνουν το μικρό ταξίδι για το κέντρο της πόλης. Τη λατρεύει τη δυνατότητα που του παρέχει αυτή η πόλη. Όλοι τους μοναδικά δείγματα για μια πρόχειρη κοινωνιολογική ανάλυση. Εκείνη η κυρία που έχει γείρει το κεφάλι της στο τζάμι φαίνεται τόσο δυστυχισμένη, να γυρνάει άραγε απλήρωτη από τη δουλειά της; Ο ψηλός με το τεράστιο μπουφάν, σε τέτοια δυσαναλογία που είναι σαν να τον φοράει το μπουφάν, είναι σίγουρα ερωτευμένος. Η γιαγιά δίπλα του νιώθει λιγότερη μοναξιά εδώ μέσα. Και εκείνη η κοπέλα με το ανοιχτό βιβλίο στα πόδια της γιατί τον κοιτάζει τόσο επίμονα, νιώθει άβολα με το βλέμμα της. Δεν είναι όπως τα τόσα βλέμματα που έχει δεχτεί κατά καιρούς. Το δικό της έχει κάτι το ξεχωριστό, είναι απτικό, αγγίζει κάθε μέλος του σαν δεύτερος ήλιος,  φωτίζει τις σκουριασμένες γωνιές του κορμιού του.

Επόμενη στάση Σύνταγμα. Σκέπτεται συνειρμικά το «Σύνταγμα της Ηδονής» του Καβάφη. Η κοπέλα τον πλησιάζει με το βιβλίο κλειστό πια στο ένα χέρι της και την μποέμικη τσάντα της ανοιχτή, έτοιμη να το καταπιεί μέσα στα επόμενα δευτερόλεπτα.

-Θέλεις βοήθεια; του λέει και του κλείνει πονηρά το μάτι. Έχεις υπέροχα χέρια, προσθέτει, αδιάκριτα και με μια αυτοπεποίθηση που την κάνει ακόμα πιο ψηλή στα μάτια του

 -Φαίνομαι να χρειάζομαι βοήθεια; Είναι νευριασμένος με την ορμητικότητα της νιότης της αλλά σε πέντε λεπτά θα του είναι παρελθόν, ανάμνηση μιας μελαχρινής ύπαρξης, αποθηκευμένη στη δική του αλεξανδρινή, εγκεφαλική βιβλιοθήκη. Ο κόσμος βγαίνει σαν μαύρο κύμα που σκάει απότομα με το που ανοίγουν οι πόρτες του συρμού. Περιμένει να απομείνει αυτός με την έρημη στεριά και τότε βγαίνει και εκείνος. Φτάνει έξω απ’ το ασανσέρ. Η ενοχλητική νεαρή με μαγικό τρόπο βρίσκεται πίσω του.

-Έχεις βάλει ένα σκουλαρίκι στη μύτη και αυτό δηλαδή σε κάνει μάγκα, νομίζεις μπορείς να φλερτάρεις την κάθε μία και μετά να το σκας;

 -Τι θες κοπέλα μου; Πας με τα καλά σου; Εκείνη ξεσπά σε γέλια, χαρούμενα γέλια και τον πλησιάζει κι άλλο.

-Σε είδα πως με κοίταζες, με έγδυνες με τα μάτια σου.

-Εγώ…

Δεν προλαβαίνει να ολοκληρώσει την πρότασή του. Νιώθει τα χέρια της να αγγίζουν τους ώμους του, αυτή η βίαιη οικειότητα τον ταράζει. Μέσα στο ασανσέρ περιμένουν αμίλητοι, λες και το οξυγόνο που έχει εκεί ο χώρος είναι ελάχιστο και θα το σπαταλήσουν με αναίτια κατανάλωση ενέργειας. Μια κυρία ευτραφής με σακούλες λαχανικών τους παρατηρεί βουβά, ιδρωμένη και ταλαιπωρημένη από τη μεταφορά τους.

Βγαίνουν στην πλατεία. Τα φώτα της πόλης αρχίζουν δειλά δειλά να ανταγωνίζονται αυτό του έκπτωτου ηλίου. Η κυρία απομακρύνεται και η κοπέλα βρίσκει πάλι το κέφι της.

-Ειλικρινά δεν καταλαβαίνω γιατί σε αυτήν την πόλη πηγαίνουν βόλτα τις σακούλες με τις ντομάτες και τις πατάτες, ειλικρινά.

Γελάνε και οι δύο. Κατευθύνονται προς την Ερμού, την οδό της τρυφηλής ασωτίας, την οδό που χρόνια στέγαζε τον καταναλωτισμό των ανθρώπων της πόλης και όχι μόνο.  Αφήνουν αρκετά πίσω τους τη ψηλομύτα Βουλή να τους κοιτάζει υπεροπτικά, βασίλισσα της περιοχής, με τους δύο αγέλαστους φρουρούς της μπροστά να εποπτεύουν ανέκφραστα το πλήθος. Κόσμος πολύς, θορυβώδης, ντυμένος με κάθε λογής χρώματα. Είναι σαν να ρέει πολύχρωμο αίμα στην οδική αυτή αρτηρία που ενώνει το Σύνταγμα με το Θησείο.  Ακούγονται μουσικές από πλανόδιους μουσικούς, τόσο όμορφες και αληθινές που η θέα των κλειστών καταστημάτων δεν προκαλεί τη λύπηση που θα προκαλούσε χωρίς αυτές. Είναι ασφαλείς οι δυο τους σε αυτόν το δρόμο, ο χρόνος παύει να κυλά, περπατούν σε μια γραμμή ποτισμένη με την ενέργεια ανθρώπων που την περπάτησαν ξανά και ξανά στο πέρασμα των χρόνων. Δίπλα τους περπατάνε οι Αθηναίοι μιας άλλης εποχής, κυρίες με μεγάλα καπέλα εκ Παρισίων και άντρες που τρυπώνουν στα κουρεία της οδού για να ομορφύνουν το παρουσιαστικό τους.

Στην Εκκλησία της Καπνικαρέας, οι μαρμάρινοι κιονίσκοι μοιάζουν χρυσαφιοί στο τελευταίο φως του ήλιου. Τα ζευγαράκια κάθονται παρατεταγμένα , απουσία χρυσοΰφαντων υφασμάτων και φανφαρών των αλλοτινών εποχών. Είναι ντυμένοι με τη νιότη και τον παλμό μιας γενιάς που αψηφά τη φθορά και την πτώση. Εκείνος δεν έχει συνειδητοποιήσει πως τόση ώρα συμπορεύονται, πως λένε αστεία και ότι σαν μικροί Ισραηλίτες περνάνε μέσα από μια θάλασσα που ανοίγει στα δυο μόνο γι’ αυτούς. Δεν ξέρει αν είναι ο ξεπεσμένος θεός του εμπορίου ή κάποιος άλλος θεός που τους ευλογεί με αυτό το πανέμορφο κοινό διάβα της οδού, αλλά νιώθει ευλογημένος όπως και να ‘χει.

Φτάνουν στο Θησείο και όταν εκείνος δεν ξέρει πια πώς να της πει ότι κατέβηκε στο κέντρο χωρίς συγκεκριμένο προορισμό, απλά για να γεμίσει η καρδιά του από εικόνες της Ακρόπολης, εικόνες της όμορφης Αθήνας, η κοπέλα τον ενημερώνει πως πηγαίνει να αγοράσει κάτι καταπληκτικά κοντομάνικα μπλουζάκια από ένα μαγαζάκι που τυπώνει στάμπες  και του προτείνει να τη συνοδεύσει. Χαίρεται αλλά δεν της το δείχνει. Το μαγκάκι μέσα του τού απαγορεύει να χαμογελάσει.

Στο μαγαζί εκείνη διαλέγει τρεις μπλούζες, μια μαύρη, μια πορτοκαλί και μια γκρι. Στη μαύρη δεσπόζει ένα δέντρο με ένα παιδάκι να κάνει κούνια από τη μια πλευρά και έναν κρεμασμένο κύριο από την άλλη.

-Σου αρέσει; τον ρωτάει ενθουσιασμένη

-Πολύ αισιόδοξο, της λέει έξω από το μαγαζί, αφού το μέγεθος του χώρου είναι τόσο μικρό που με δυσκολία χωράνε ο πωλητής και η κοπέλα. Εκείνη χωρίς καμιά έγνοια βγάζει την μπλούζα που ήδη φοράει και μπροστά στα έκπληκτα μάτια των δύο αντρών φοράει τη νεοαποκτηθείσα φιλοσοφημένη μπλούζα της.

Έχει ραντεβού με δύο φίλες της στο θέατρο της Δόρας Στράτου στο λόφο του Φιλοπάππου , έλα μαζί μας, τον παρακαλάει. Εκείνος της λέει ότι είναι κουρασμένος, πώς πρέπει να προλάβει το μετρό. Καταλήγουν τελικά πως θα κάνει μια βόλτα μαζί της μέχρι εκεί και μετά θα επιστρέψει. Γελάνε σαν μικρά παιδιά, εκείνη προπορεύεται συνήθως, εκείνος ξεμένει πίσω, καμιά φορά μιλάει μόνη της όλο ενθουσιασμό ενώ απευθύνεται χωρίς να το καταλαβαίνει σε περαστικούς που την προσπερνάνε και όχι σε αυτόν. Κοιτάζει μονίμως ευθεία, αυτή η ατρόμητη κοπέλα που τολμάει να γδύνεται μπροστά στον καθένα, ντρέπεται να τον κοιτάξει για ώρα στα μάτια. Περνώντας έξω από την εκκλησία του Αϊ Δημήτρη Λουμπαρδιάρη του προτείνει να κάνουν μια στάση εκεί. Το αγαπά αυτό το μέρος, τον ρωτάει αν πιστεύει στην ενέργεια. Εκείνος κουνάει τους ώμους συντονισμένα προς τα πάνω, δεν ξέρει σε τι πιστεύει. Έξω από την εκκλησία μια ομάδα νεαρών απ’ τη σχολή καλών τεχνών μαζεύει τα εργαλεία της αφού έχει ήδη αρχίσει να σκοτεινιάζει. Η κοπέλα πέφτει στα γόνατα, σκύβει δίπλα του και πιάνει το χέρι του, το βάζει πάνω στην ουλή που έχει στο δεξί της χέρι.

-Το νιώθεις αυτό;

Εκείνος ανατριχιάζει. Νιώθει τις τρίχες του να επαναστατούν στο κορμί του, να υπακούουν σε μια υπερφυσική βαρύτητα που τις ωθεί να πετάξουν.

-Αυτό, είναι ενέργεια. Είναι το ίδιο ακριβώς που νιώθεις όταν βλέπεις εκείνες τις πέτρες ψηλά να φωτίζονται και σαν μεγάλη λυχνία να μας φωτίζουν όλους μας, η δάδα που φωτίζει αυτή την πόλη βράδυ πρωί. Οι πέτρες δεν είναι πια πέτρες, οι άγνωστοι δεν είναι πια άγνωστοι, οι εκκλησίες δεν είναι απλά κτίσματα, οι δρόμοι δεν είναι μόνο δρόμοι… διαφοροποιός ουσία για όλα η ενέργεια…

-Να σου γνωρίσω ένα φίλο μου αστροφυσικό, θα τα συζητήσετε καλύτερα αυτά, καταλαβαίνεις.

-Είσαι τέρας, του λέει και γελάει, σωστό τέρας, και με τη γροθιά της τον χτυπάει ελαφρά στο στήθος. Η γροθιά της μένει πάνω του, γίνεται σιγά σιγά ανοιχτή παλάμη, η παλάμη γίνεται χάδι και το χάδι ενέργεια. Τα χείλη του ακουμπάνε τα δικά της. Για λίγο είναι ένας ολύμπιος θεός, ανυψώνεται πάνω από τα σύννεφα για να προσγειωθεί πάλι πίσω στο αναπηρικό του αμαξίδιο.

Η ώρα του αποχωρισμού φτάνει. Εκείνη προφανώς θα φύγει αφήνοντας τον μόνο, να βλέπει την πόλη ένα επίπεδο πιο χαμηλά, να τη βλέπει με τα μάτια ενός παιδιού που ανακαλύπτει την πόλη απ’ την αρχή.

-Δε θα σου δώσω το τηλέφωνό μου, του τονίζει, αλλά θα δώσουμε ένα ραντεβού. Αύριο.

-Αύριο πού;

-Αύριο στις εφτά, στη στάση του τρόλεϊ στην πλατεία Συντάγματος, εκεί που περνάει το ένα και το πέντε. Εντάξει;

-Περίεργο μέρος για ραντεβού, δε βρίσκεις;

-Θα υποκριθούμε πως δε γνωριζόμαστε. Θα έρθω, θα σε βρω και θα σε ρωτήσω, μήπως περιμένετε κάποιον;

-Είσαι τελείως τρελή, και το μαγκάκι γίνεται ερωτευμένος Λανσελότος, έτοιμος να σκοτωθεί στη μάχη για τα μάτια της.

-Είμαι, του λέει. Του δίνει ένα βιαστικό φιλί στο μάγουλο και τη βλέπει να χάνεται στα νυφικά πέπλα της νύχτας.

-Δε μου είπες το όνομά σου, της φωνάζει.

-Αθηνά, του λέει… Μου αρέσεις πολύ άγνωστε καουμπόη μου! φωνάζει και εκείνος ξέρει πως η καρδιά του είναι γεμάτη και αυτή τη φορά με εικόνες της αγαπημένης του πόλης, μόνο που ο τόνος αυτή τη φορά έχει πέσει μια συλλαβή χαμηλότερα.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s