Η μέρα του δημητριακού (*) Διήγημα

-Μητέρα, σε παρακαλώ, ρίξε στο γάλα σου αυτά, χωρίς πολλές κουβέντες, λέω στη μητέρα μου ενώ της δείχνω με το δάχτυλό μου το κουτί των δημητριακών.

-Πάλι άρχισες τις αηδίες, ο γιατρός μου είπε να ρίχνω βρώμη, δεν τρώω αυτά τα σιχαμένα προϊόντα με τις τσίτσιδες έξω να ποζάρουν, τάχα μου ότι διατηρούνται σε φόρμα. Κρύψ’ το μη γυρίσει ο πατέρας σου από τη λαϊκή και ξεμυαλιστεί με τη σαχλή που έχει το παλιόκουτο.

Σάββατο πρωί και η Θεσσαλονίκη δε θα είναι πότε ίδια. Τα μελαγχολικά της σύννεφα δε θα είναι ποτέ ξανά τόσο μελαγχολικά, ο Λευκός της Πύργος ποτέ ξανά τόσο γκρίζος. Τι θα απογίνουμε άραγε; Τρέμω από τα νεύρα μου στην προσπάθεια μου να την πείσω, δεν έχουμε πολύ χρόνο, πρέπει να τρέξω με το κουτί να πείσω τα αδέλφια μου και τις οικογένειές τους να φάνε τουλάχιστον μια χούφτα από τα δημητριακά που έχω στα χέρια μου. Το γεγονός πως μένουμε όλοι Μενεμένη με καθησυχάζει, έχω τη βεβαιότητα πως θα προλάβω εγκαίρως. «Μενεμένη, τίποτα πια δε σου μένει» συλλογίζομαι.

-Καλό θα σου κάνουν, πίστεψέ με, είναι πλούσια σε φυτικές ίνες, φάτα να τελειώνουμε, συνεχίζω τα παρακαλητά αλλά εις μάτειν. Εκείνη με κοιτά δύσπιστη, πρώτη φορά με βλέπει να επιμένω για κάτι, εμένα που ως συνήθως φυγοπονώ σε όλα.

-Τι θέλεις παιδί μου και με πιέζεις; Σου είπα δε θα τα φάω και δε θα τα φάω! Άσε με τώρα να σιδερώσω και τακτοποίησε τα υπόλοιπα ψώνια από το σούπερ μάρκετ στο ψυγείο. Άντε τελείωνε και άφησέ με να κάνω τη δουλειά μου.

-Επειδή σιδερώνεις από τις οχτώ μίση, μέσα στα άγρια χαράματα, δεν πρόσεξες μάλλον ότι δεν έφερα άλλα ψώνια. Μόνο δημητριακά έφερα.

-Είσαι χαζό παιδί μου; Τι χαζό παιδί έκανα, καλά τι θα φάμε σήμερα; Χωρίς λάδι, πες μου τι θα κάνω; Πάλι θα με αναγκάσεις να ντύνομαι και να κατεβαίνω μέχρι το σούπερ; Πότε θα μαγειρέψω εγώ τώρα;

-Αυτό προσπαθώ να σου εξηγήσω τόση ώρα βρε μητέρα, δε θα χρειαστεί να μαγειρέψεις σήμερα. Πρέπει μόνο να φας μια χούφτα από δαύτα και μετά έχει ο Θεός, βλέπουμε τι θα φάμε.

Με κοιτάει εκνευρισμένη. Ξέρω πως είναι η στιγμή που θα τραβήξει το σίδερο από την πρίζα, θα ξεφυσήξει μια δυο φορές και θα έρθει να με κοιτάξει καλά στα μάτια και να με ρωτήσει «Πες μου τι παίρνεις, το κατάλαβα ότι είσαι χλωμός, πες μου τι ουσίες παίρνεις».

Εκείνη τραβάει το σίδερο από την πρίζα, ξεφυσάει μια φορά και έρχεται μπροστά μου με τις γροθιές της κολλημένες στην περιφέρειά της. Από το ανοιχτό παράθυρο φαίνονται οι πολυκατοικίες της γειτονιάς μου. Είναι τόσο παλιές σε αυτή τη συνοικία της πόλης και ωστόσο νιώθω πως αν κάτι πάει στραβά σε όλη αυτήν την ιστορία θα μου λείψουν. Δε θα μου λείψει η Αριστοτέλους, δε θα μου λείψει ούτε η Καμάρα ή τα περήφανα κάστρα, μόνο τούτες εδώ οι μελαγχολικές τσιμεντένιες κυρίες που μας κοιμίζουν στα σπλάχνα τους. Συνειδητοποιώ πως για την ηλικία μου σκέφτομαι πολύ περίεργα και τρομάζω. Άραγε ο φόβος με κάνει τόσο λυρικό; Με το ζόρι έγραψα δεκατρία στα κείμενα.

-Τι έχεις πάλι; Πάλι χώρισες με την Τζένη; Κάθε φορά αυτά θα έχουμε; Δεκαέξι χρονών παιδί είσαι πια, αύριο μεθαύριο θα δουλεύεις. Είσαι ένας εν δυνάμει ενήλικας παιδί μου, πόσες φορές θα στο πω;

-Μαμά, δε θα δουλεύω. Και δε φταίει ούτε ο ήλιος που έχει γίνει επικίνδυνος ούτε οι πολλοί πολιτικοί που με ευκολία ξεπουλάνε την πατρίδα μου.

-Ώστε το αποφάσισες; Πες το μας να μη σε στέλνω άδικα στα φροντιστήρια. Πες το μου να φύγω μια ώρα νωρίτερα σε μοναστήρι και  να στείλω τον πατέρα σου να βγαίνει στον Πικρούτσικο, να κλαίει με μαύρο δάκρυ για τον γιο του.

-Μαμά δεν καταλαβαίνεις, δε θα δουλεύω γιατί έρχονται οι εξωγήινοι. Όποιος δε φάει από αυτά τα δημητριακά αύριο θα είναι νεκρός.

-Έχεις βαλθεί να με πεθάνεις. Δε θέλεις να διαβάζεις; Μη διαβάζεις. Βαριέσαι να πας στο μάρκετ; Μη σώσεις και πας. Φέρε εδώ να φάω, να δούμε τι θα καταλάβεις.

Της δίνω γεμάτος χαρά τη σανίδα σωτήριας της που αρνούταν να πιάσει. Δεν ήξερε πως αργά το βράδυ που γυρνούσα από τον χορό της τάξης μου για τη λήξη της σχολικής χρονιάς  έγινε κάτι συγκλονιστικό, κάτι πέρα από τα όρια της δικής μας ταπεινής φαντασίας.

Λεωφόρος Νίκης, έξω από το μπαρ που διοργάνωνε το πάρτι, περιμένω μαζί με τον Λάκη τον συμμαθητή μου ταξί. Πεινασμένος όπως είναι μου προτείνει να ανηφορίσουμε προς τη Ναβαρίνου για να φάει δυο κρέπες ο καθένας (ρε μαλάκα όχι τρεις, βράδυ είναι μη βαρυστομαχιάσουμε).

-Άρχισε να ξημερώνει, δεν πάμε από την Ερμού να πάρουμε το «20»; Ποιος πληρώνει τώρα ταξί;

Συμφώνησα χωρίς ενδοιασμούς, καλύτερα να επενδύσω τα λεφτά μου στο Warcraft του απάντησα. Εκείνη την ώρα περίεργοι τυπάδες με μπράτσα και μαύρες στολές γέμιζαν ένα φορτηγάκι με πινακίδες αλλόκοτες ,παρκαρισμένο έξω από ένα σούπερ μάρκετ. Τους πλησίασα παρά τις αντιρρήσεις του Λάκη και πρόσεξα πως κούτες δημητριακών σχεδόν ξεχείλιζαν από το πίσω μέρος του μικρού φορτηγού.

-Δίνε του μικρέ, μου είπε ο ένας εξ’ αυτών.

-Γιατί ρε φίλος, τι κακό έκανα; Χαλασμένα; Τα αποσύρετε νύχτα μη σας τρέχουν για μηνύσεις;

-Έξυπνος ο μικρός, αλλά δεν πάει το μυαλό σου για ποιο πράγμα γίνονται όλα αυτά. Κρατάς μυστικό;  Έρχονται οι εξωγήινοι και αυτά τα δημητριακά είναι η μόνη μας λύση. Μελετήσαμε όλα τα προϊόντα, μόνο αυτά θα μας σώσουν. Περίεργο ε; Έχουν και dvd με ζούμπα, καλό ; Ξέρεις αυτοί λέει οι εξωγήινοι κατά τη διάρκεια της αλλαγής τους, όσο διατηρούν ανθρώπινη μορφή, εμφανίζουν συμπτώματα αμνησίας… έτσι λένε οι ειδικοί. Δε θυμούνται καν ότι είναι εξωγήινοι, τόσο μέσα στο πετσί του ρόλου μπαίνουν. Εκεί είναι το αδύνατο σημείο τους. Τράβα τώρα μικρέ και τσιμουδιά. Αύριο θα είναι ακόμη περισσότεροι εδώ, καταλαβαίνεις ότι σιγά σιγά το πάμε για πόλεμο.

Ο Λάκης είχε εξαφανιστεί μέχρι να γυρίσω να τον βρω, το παλιολαμόγιο. Δεν ήξερα αν είχα μεθύσει με τα τρία ποτά και με το γεγονός ότι η Τζένη με προσκάλεσε το Σαββατοκύριακο σπίτι της (ναι, ρε φίλος, ναι θα γίνω άντρας) αλλά τους ζήτησα να μου πουν την ονομασία των δημητριακών μιας και κουτί δε μου δίνανε, με τη βεβαιότητα πως έπρεπε να φάνε όλοι οι δικοί μου μια μπουκιά για να σωθούμε. «Είναι η μόνη μας λύση».

Έτσι βρέθηκα με τη μάνα μου έτοιμη να φάει το γάλα με τα δημητριακά και να με κοιτάζει ελαφρώς προβληματισμένη πριν βάλει το κουτάλι στο στόμα της.

-Δεν πιστεύω να έβαλες τίποτα μέσα, μου είπε. Να έχει κανένα δυναμιτάκι, σαν αυτά που βάζεις στα παπούτσια μου.

-Ρε μάνα τι φαντασία είναι αυτή, δυναμιτάκι στα δημητριακά; Και να σκεφτείς λίγα λεπτά νωρίτερα την είχα υποτιμήσει.  Έβαλα λες στόχο τα καταπληκτικά σου δόντια που μοιάζουν με πλήκτρα πιάνου; (Προς αποφυγή παρεξηγήσεων στην αντίθεση μαύρου και άσπρου αναφέρομαι, όχι στη διάταξή τους). Για να προστατευτούμε από τους εξωγήινους σου είπα είναι, άντε τελείωνε έχω να πάω και στον Αλέκο και στην Τατιάνα.

Εκείνη βάζει στο στόμα της την τιμημένη κουταλιά και τότε τσαπ… εξαφανίστηκε. Την έφαγα τη μάνα μου ο αλήτης, το τέρας, ο άτιμος γιος. Να δεις πού οι άλλοι ήταν οι κακοί και την πάτησα τώρα. Τι θα πω τώρα στον πατέρα μου, τι μπλεξίματα με βρήκαν ξαφνικά; Με τέτοια σπυριά στα μάγουλα πως θα βγω στα κανάλια, την εφηβεία μου μέσα; Ακούω τα κλειδιά να ανοίγουν την πόρτα. Ωχ, ο πατέρας επέστρεψε! Η πόρτα ανοίγει και για καλή μου τύχη μπαίνει εκείνη μέσα, ολόκληρη και ατόφια η μάνα μου.

-Ξύπνησες; Πήγα να σου πάρω ζαμπονοτυρόπιτα και δε θα πιστέψεις τι άκουσα. Ήρθαν κάτι εξωγήινοι που παίρνουν ανθρώπινη μορφή, για καλή μας τύχη έχουν πιάσει μερικούς και τους μελετούν εδώ και μέρες, αλλά δεν ήταν ακόμη ανακοινώσιμο. Αν έρθουν κι άλλοι πάει για πόλεμο η κατάσταση, είδες που με έλεγες τρελή που γέμισα την αποθηκούλα με ξηρά τροφή λόγω της κρίσης;

-Από τι ώρα λείπεις μαμά; Το πρωί εσύ δεν ήσουν που με ξύπνησες για να πάω για ψώνια; Εσύ δε σιδέρωνες και εγώ ήρθα με τα δημητριακά από το σούπερ και σου είπα να τα φας;

-Εγώ; Πότε; Πήγα στης Τατιάνας να σιδερώσουμε για να μη σε ξυπνήσω που γύρισες αργά και με βρίζεις πρωί πρωί.

-Πολύ ψύχραιμη σε βλέπω μάνα, εσένα σου κόβουν τον μισθό και τσιρίζεις σαν τρελή μόλις το μάθεις και με τέτοιο νέο, είσαι τόσο κουλ; Δε μας τα λες καλά, μητέρα, δε μας τα λες, το θες το δημητριακό σου, σε τρώει. Σε πόσα αντίτυπα βγαίνετε τέλος πάντων εσείς οι εξωγήινοι;

Ταραγμένη έρχεται κοντά μου.

– Πες μου τι παίρνεις, το κατάλαβα ότι είσαι χλωμός, πες μου τι ουσίες παίρνεις.

-Άσε τις βλακείες, με έχεις μπουχτίσει, ειλικρινά. Δεκαέξι χρονών είμαι, δεν είμαι πέντε. Μάνα θέλεις να φάμε κανένα μπολ δημητριακά να στανιάρουμε, να σε κάνω κανένα τεστ ντράιβ γιατί δε μας βλέπω καλά;

-Αν σε βοηθήσει παιδί μου να συνέλθεις και πάψεις να μιλάς σαν βλαμμένο, να φάω και βατράχια.

Της δίνω το μπολ και ένα κουτάλι και της προτείνω να φάμε στο σαλόνι βλέποντας την αγαπημένη της  σαββατιάτικη εκπομπή.

-Να βλέπεις, τα λέει και ο Θύμιος πολλή προσοχή με δαύτους. Δώστε τους να φάνε δημητριακά της τάδε μάρκας. Τα εμπλούτισαν στα κρυφά οι μυστικές υπηρεσίες τις προηγούμενες μέρες. Μωρέ μπας και νομίζεις πως είμαι εξωγήινη; Τη μάνα σου βρε δεν αναγνωρίζεις, τέρας ε τέρας; Εγώ και μέσα σε σαράντα εξωγήινους, σε όλη τη Θεσσαλονίκη να σε μπέρδευαν, θα σε έβρισκα. Βρε η μάνα, η μάνα δεν έχεις ιδέα πόσο αγαπά το παιδί της…

-Τι λες; της λέω απορροφημένος από τα βυζιά της συμπαρουσιάστριας του Θύμιου και την έγνοια μου να μη φανεί το σηκωμένο, από την αναπάντεχη θέα,  σορτσάκι μου.

-Λέω…

Εκείνη την ώρα μασάω την πρώτη μου μπουκιά σχεδόν μηχανικά και τσουπ… νιώθω να εξαφανίζομαι. Γαμώτο… είμαι εξωγήινος.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s