Τα μαζεμένα (*) Διήγημα short fiction

Γνωρίστηκαν κάποτε στην Αθήνα. Και όσο είχαν το ίδιο πάτωμα, εκείνο γέμιζε μόνο με τα κορμιά τους. Και τα πατώματα χωρίστηκαν. Και άρχισαν να γεμίζουν σωρούς με «ρούχα», παραπονιάρικα ρούχα, ρούχα σκουρόχρωμα, λερωμένα, ξαναφορεμένα. Πετούσε τα μαζεμένα της σαν να ήταν ρούχα στο πάτωμα. Πετούσε τα μαζεμένα του στο δικό του πάτωμα όποτε τα πετούσε πρώτη εκείνη. Και άρχισαν να πνίγονται στα ίδια τους τα μαζεμένα. Και τότε εκείνος έχτισε στο σύμπαν ένα πάτωμα μόνο για αυτούς. Ούτε στην Αθήνα, ούτε στην Κρήτη, ούτε στην Πάτρα, ούτε στη  Θεσσαλονίκη, στο Βερολίνο και στις σοφίτες του Άμστερνταμ. Της είπε να έρθει, να ανέβουν εκεί. Εκείνη φοβήθηκε πως δεν είναι στέρεο ένα τέτοιο πάτωμα. Δίστασε να έρθει, να σπρώξει πάνω του όσα τη βασάνιζαν και εκείνος ήταν ήδη εκεί με το σωρό των μαζεμένων να καλύπτουν τα πόδια του. Περίμενε. Με έναν αναπτήρα στο χέρι, να έρθει εκείνη με τα μαύρα της μαλλιά και τα φωτεινά πράσινα μάτια. Να βάλουν σε όλα τους τα παράπονα φωτιά. Να μείνουν μόνο στάχτες πάνω στις οποίες θα κυλούσαν ξανά και ξανά τους άσβηστους πόθους τους. Να γίνει το σύμπαν ολάκερο ένα πάτωμα. Και εκείνη ήρθε.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s