Ελευθερία (*) Διήγημα

Ξυπνήσαμε στην ίδια μουχλιασμένη, άγνωστη φυλακή. Δίπλα σου, σχεδόν μπορούσα να σε μυρίσω μέσα στο σκοτάδι. Σε εκείνο το πυκνό σκοτάδι που δε με άφηνε να σε διακρίνω, να δω το χρώμα των ματιών σου, τη γραμμή της μύτης σου, τους λόφους των χειλιών σου. Δεν ήξερα πώς βρέθηκα εκεί, πληγωμένος, χτυπημένος, γυμνός. Σε ρώτησα πώς βρέθηκες και εσύ φυλακισμένη δίπλα μου, μα δε μου απάντησες. Ίσως σε χτύπησαν στ’ αυτιά, ίσως στα τύμπανα των αυτιών σου δε θα έπαιζε πια, ποτέ ξανά, καμιά μελωδία. Σε άκουσα να κλαις. Σε ρώτησα πιο δυνατά, μήπως μ’ ακούσεις. Άλαλη. Ίσως σου είχαν κόψει τη γλώσσα.  Κρύωνα, κρύωνα τόσο πολύ. Ένιωθα το κορμί μου πληγωμένο, το κεφάλι μου χτυπημένο, στα χέρια μου πληγές και μώλωπες. Και εσύ ήρθες και με αγκάλιασες. Με αγκάλιασες σφιχτά, ίσως από φόβο, σκέφτηκα. Με φίλησες στο μάγουλο και ένιωσα τη ζεστασιά σου. Μ’ ακούμπησες με τη γλώσσα σου, ναι, τελικά, είχες ακέραια τη γλώσσα σου. Και άρχισες να γλείφεις τις πληγές μου και εκείνες μέρα τη μέρα έκλειναν. Και σιγά σιγά το σκοτάδι γινόταν πιο υποφερτό, γινόταν όμορφο. Τα μάτια άρχισαν να βλέπουν, να φαντάζονται, να σου δίνουν μορφή, Και ήσουν όμορφη στο χωροτάξιο του αποδιοργανωμένου μυαλού μου. Πολύ όμορφη.

Χάσαμε την αίσθηση του χρόνου και του πόνου. Από μια μικρή τρύπα κάποιος μάς έσπρωχνε φαγητό και νερό. Βρήκαμε και ένα δωμάτιο ακόμη, που χρησιμοποιούσαμε για τις ανάγκες μας. Και η βρώμα δε μας έπνιξε πότε. Και ήρθαν μέρες που φώναζα μόνος μου στην τρύπα για βοήθεια, αλλά κανείς δεν άκουγε, ήρθαν στιγμές που ξέσπασα σε λυγμούς και εσύ μου χάιδευες με στοργή τα μαλλιά. Και σου φώναζα με όλη μου τη δύναμη «πρέπει να βγούμε έξω, πρέπει να βγούμε έξω» και εσύ δεν έλεγες τίποτα, απλά με χάιδευες και με ηρεμούσες.

Μέχρι που η βρώμα άρχισε να γίνεται ανυπόφορη. Είχα αρχίσει να τρελαίνομαι. Εκείνη τη μέρα, παραμόνευα για ώρες πάνω από την τρύπα, πότε θα έρθει το χέρι να σπρώξει το φαγητό. Και όταν ήρθε, έπεσα πάνω του με μανία. Το χτυπούσα και το δάγκωνα με όλη μου τη δύναμη και εσύ είχες ανέβει στην πλάτη μου και προσπαθούσες να με συγκρατήσεις. Ορκίστηκα ότι δε θα το άφηνα μέχρι να το διαλύσω. Φώναξα δυνατά ότι αν δε μας άνοιγε εκείνος ο δυνάστης, θα έφευγε χωρίς χέρι.

Και τελικά μια πόρτα άνοιξε από το πουθενά. Φως…πόσο μου είχε λείψει το φως. «Έλα, πάμε» σου φώναξα, με τα μάτια ακόμη κλειστά. Δεν μπορούσα να τα ανοίξω, ήμουν ακόμη τυφλός. Και τότε άκουσα τη φωνή σου. «Να πάμε, πού; Νόμιζα πώς με αγαπάς» μου είπες. Και δεν μπορούσα να σε δω στο φως. Πέρασε ώρα μέχρι να το κάνω. Είχες το πιο όμορφο πρόσωπο που είχα δει ποτέ μου. Ήσουν όντως όμορφη. Και το χέρι σου, στραπατσαρισμένο, μέσα στα αίματα. «Έλα» σου ξαναείπα. «Δεν έχω να πάω πουθενά, εγώ έχτισα αυτό το σπίτι για εμάς» μου είπες. Σε κοίταξα με απορία. «Νόμιζα πώς με αγαπάς» επανέλαβες παγωμένα. «Και εγώ το ίδιο νόμιζα» σου είπα. Και βγήκα στο φως. Βγήκα στην ελευθερία.

Advertisements

9 thoughts on “Ελευθερία (*) Διήγημα

      1. Έχω πέσει στα πατώματα από το γέλιο (θέλουν και το σφουγγάρισμά τους)…χαχαχαχα!!!Όταν μάθεις, πες και σε μας, εγώ κουβέντα δεν του παίρνω:-) Καλό βράδυ!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s