Τσου (*) Διήγημα

by Χάρης Μαύρος

Πρωτοχρονιά. Ο καινούριος χρόνος είναι ακόμη βρέφος που πασχίζει να αναπνεύσει μετά από το κλάμα της γέννας του, ένα κλάμα που πήρε μορφή μέσα από πυροτεχνήματα, φωνές και χειροκροτήματα. Καινούριος χρόνος. Ένα βρέφος μόνο λίγων ωρών.

Το μπαρ είναι στολισμένο λιτά, μια γιρλάντα με φωτάκια, σαν βόας που τρύπωσε στα κλεφτά ανάμεσα στα ποτά, και τίποτα άλλο. Τρεις πελάτες όλοι και όλοι και ο μπάρμαν. Χαμογελαστός, με ένα εφαρμοστό μπλουζάκι να δικαιώνει τις ώρες που ξοδεύει στα γυμναστήρια και τατουάζ που καλύπτουν και τα δυο του χέρια, μανίκια σκαλισμένα με δεξιοτεχνία στο νεανικό του δέρμα. Το χαμόγελο του γίνεται ακόμη πιο μεγάλο, όταν μπαίνει μέσα εκείνη, η σαραντάρα «φίλη» του, η Μένη. Μια φιλία που δημιουργήθηκε εκεί μέσα και πεθαίνει εκεί, κάθε βράδυ που θα αποχωρήσει μεθυσμένη μόνη της ή με τη συνοδεία κάποιου αγροίκου θαμώνα.

«Χρόνια πολλά, αγάπη» του λέει και εκείνος σκύβει το κεφάλι του ανταποδίδοντας βουβά τις ευχές της. «Το κλασικό, έναν Γιάννη με δύο πάγους» συνεχίζει, λες και αναφέρεται σε κάποιον υποθετικό  Γιάννη με δύο μικρά παγόβουνα κολλημένα πάνω του. Ακουμπάει το μαύρο τσαντάκι της στον πάγκο και επιδέξια κάθεται στο ψηλό σκαμπό αφήνοντας τα γυμνά, μακριά της πόδια να αποτελέσουν δόλωμα στα βλέμματα των αντρών.   Εκείνος  παίρνει το μπουκάλι του ουίσκι με το αντίστοιχο όνομα, γραμμένο πάνω του στα αγγλικά, και αφήνει το περιεχόμενό του να χυθεί με μαεστρία στο κρυστάλλινο ποτήρι, χωρίς καν να το βλέπει.

Τον ξέρει χρόνια τον Πάνο, μπάρμαν από τα δεκαεννιά του στο ίδιο μπαρ, τώρα εικοσιπεντάρης, κουρασμένος από τη νύχτα, κουρασμένος από τις μουσικές και τον καπνό που πεθαίνουν αδύναμοι στο φως  του ξημερώματος.  Εκείνη σαραντάρα πια, με το δικτυωτό καλσόν να κολακεύει τους γυμνασμένους της μηρούς, με τα δίχτυα της σκέψης της να έχουν σκαλώσει στον εραστή της που την εγκατέλειψε.

«Τέτοια μέρα εδώ; Σε άδειασε το αμόρε;»

«Εσύ τι να πεις, μωρό μου;  Που,αντί να κάνεις αλλαγή χρόνου με τους δικούς σου, ξέμεινες σε αυτό το κατώι!»

Δείχνει να μην τον νοιάζει. Νιώθει σπίτι του εκεί μέσα, νιώθει ασφαλής.

«Ναι, αλλά αν δεν ξέμενα εδώ, ποιον θα έβρισκες τώρα, ε; Εξάλλου, εδώ δεν είμαι ποτέ μόνος, οι γιορτές εκεί έξω είναι τρομαχτικές» της ανακοινώνει και βάζει να πιει και εκείνος ένα ποτήρι για να τη συνοδεύσει. «Άσε τα δικά μου, ξέρω γιατί ήρθες. Δεν είχες σε ποιον να μιλήσεις και σκέφτηκες τον Πανούλη. Την εύκολη λύση, έτσι;»

«Πάνο, μην παίζεις με τον πόνο μου. Τον αγαπώ, σου λέω. Μ’ ακούς, ρε, Πάνο; Μη με κοιτάς βαριεστημένα, σαν να σου λέω κανένα ξενέρωτο ανέκδοτο. Τον αγαπώ τον ηλίθιο. Και όμως δε γύρισε, δε γύρισε χτες. Πήγε με την άλλη, την άσχημη, την ξενέρωτη, την κοντή. Που έχει μια μύτη πάπιας.  Πες μου τι της βρήκε. Πες μου τι. Δηλαδή, λίγα του έδωσα; Ό,τι μου ζητούσε το είχε, τα πάντα του έδωσα, τα πάντα».

Την ακούει με την προσοχή του εξομολόγου, σιωπηλός, με τα χέρια στερεωμένα στον πάγκο. Εκείνη κουνάει τα χέρια της σαν να απευθύνει προεδρικό λόγο σε ένα τεράστιο κοινό, μιλάει δυνατά, τα πάντα πάνω της είναι πομπώδη, από το βάψιμο μέχρι τη χροιά της φωνής της.

«Κοριτσάκι, σύνελθε όμως. Τρεις και λίγο με τον κάθε μαλάκα» προσπαθεί να τη συνετίσει ο Πάνος βλέποντας τη σχεδόν έτοιμη να δακρύσει μιλώντας για έναν τύπο που γνωρίζει μόλις μια βδομάδα.

«Δε θέλω να συνέλθω. Δεν είναι ότι δεν μπορώ, δε θέλω.  Δε θέλω να τον χάσω και αυτόν. Είμαι απελπισμένη νομίζεις; Που είμαι εδώ μαζί σου σε αυτό το κωλόμπαρο και θέλω να φιλοσοφήσω για τον χαμένο μου έρωτα; Εσείς τι νομίζετε; Εσάς λέω! Ναι, εσάς που κοιτάτε! Είμαι το ίδιο απελπισμένη με εσάς;  Εντάξει, μου είπε “μωρό κλείσε, παρκάρω και σε παίρνω” και δεν πήρε ποτέ ξανά. Τo ξέρω ότι πήγε να βρει την άλλη, το ξέρω. Όμως, για μένα εκείνος είναι όλος μου ο κόσμος. Δεν έχεις ιδέα τι σημαίνει να σε κλείνει στα χέρια του, να σου χαμογελάει και τα δόντια του να φωτίζουν τη μέρα σου, να λατρεύεις ακόμη και τα τριχάκια που έχει στα ρουθούνια της μύτης του».

Την κοιτάζει. Αδιόρθωτη, αυτοκαταστροφική, υπέροχη με έναν περίεργο τρόπο. Ντυμένη με το φως του έρωτα που αυτή θέλει να τον ζει, όπως τον ζει. Που και που, έξω από την τζαμαρία περνάνε καλοντυμένοι κύριοι, αγκαζέ με τις κυρίες τους, και ρίχνουν απαξιωτικές ματιές σε εκείνους. Δεν τον ενδιαφέρει. Ας τους θεωρούν μίζερους τους πελάτες του. Εκείνος ξέρει καλύτερα. Η Μένη για παράδειγμα.  Ειλικρινής, αυθεντική, όπως ελάχιστοι γνωστοί του είναι. Εκείνη δε φοβάται να αγαπήσει, δε φοβάται να καταστραφεί, να φερθεί ανόητα, να πληγωθεί, να ζήσει. Τουλάχιστον εκείνη είναι ζωντανή.  Της γεμίζει ξανά το ποτήρι με ουίσκι και της χαϊδεύει το χέρι.

«Αυτό κερασμένο, κοριτσάκι».

«Σε ευχαριστώ, μωρό μου. Πού είχα μείνει; Α, ναι. Εγώ αυτόν τον άνθρωπο ήθελα να τον παντρευτώ. Τι και αν τον ήξερα μια εβδομάδα; Είδαμε και εκείνους που τους ξέρουμε χρόνια, ψωνίζεις από χέρι. Δεν κάναμε απλό σεξ, κάναμε επιστημονική διατριβή, σου λέω. Ήξερε που να με αγγίξει από την πρώτη μέρα, από το πρώτο λεπτό. Και ξέρεις κάτι; Τον έντυσα με προσδοκίες, με αυτές τις γαμημένες προσδοκίες, το παραδέχομαι. Τον φαντάστηκα πατέρα των παιδιών που δεν πρόκειται μάλλον ποτέ μου να κάνω, τον φαντάστηκα να μου φέρνει το πρωινό στο μεγάλο κρεβάτι που δεν πρόκειται πότε μου να έχω. Ενόχλησα κανέναν που έχω βάλει σιλικόνη; Ενόχλησα κανέναν που πηδιέμαι με όποιον βρω; Θα σταματούσα να πηδιέμαι για πάρτη του. Τόσο καλός ήταν, τόσο υπέροχος. Όμως την έβλεπα την άλλη, την πάπια, πως τον περιτριγύριζε. Συνοδεύεται, κυρά μου, δε βλέπεις; Τον τρόμαξε η τόση αγάπη μου, αυτό είναι, δεν έπρεπε να τον αγαπήσω τόσο με το καλημέρα… δεν έπρεπε…»

Ο Πάνος, εντελώς αυθόρμητα, τη χαστουκίζει. Αρκετά δυνατά για να το νιώσει, όχι όμως για να την πονέσει. Ωστόσο, εκείνη ξεσπάει σε λυγμούς, μαύρα ρυάκια γεμίζουν τα μάγουλά της, σαν να βρήκε δίοδο η θλίψη μέσα από τα μάτια της για να βγει προς τα έξω.

«Γιατί το έκανες αυτό ρε, Πάνο; Γιατί;» του λέει μυξοκλαίγοντας και εκείνος, με το θάρρος ενός πραγματικού φίλου, την κοιτάζει στα μάτια, αποφασισμένος να της μιλήσει χωρίς περιστροφές.

«Για να συνέλθεις. Τι ανοησίες είναι αυτές; Πάει αυτός, μας τελείωσε, κοριτσάκι. Ό,τι αξίζει να μείνει στις ζωές μας, θα βρει τον τρόπο του και θα μείνει. To λέει και το ονοματάκι σου. “Mένη”. Θα συνέλθεις τώρα;» της λέει και εκείνη στέκεται απέναντί του βουβή, φαίνεται από τον τρόπο που τον κοιτάζει πως συμφωνεί μαζί του. Ίσως αυτή η αλλαγή του χρόνου να σηματοδοτήσει μια νέα αρχή για εκείνη, ίσως μπορέσει να βρει τη δύναμη και να προσφέρει στον εαυτό της, όσα πραγματικά της αξίζουν.

«Λοιπόν, θα συνέλθεις;» την ξαναρωτάει ο Πάνος που έχει πάει δίπλα της, έτοιμος να την αγκαλιάσει παρηγορητικά.

«Τσου…» του απαντάει τελικά και εκείνος της προσφέρει ένα ακόμη χαμόγελό του. «Αδιόρθωτη» της ψιθυρίζει,  ανοίγει τα μεγάλα του μπράτσα και την κλείνει στην αγκαλιά του.

Advertisements