Από έναντι (*) Μικροδιήγημα

by Χάρης Μαύρος

Κόκκινο, πράσινο, κόκκινο. Εγώ ακόμη εδώ, ακροβατώ στην άκρη του πεζοδρομίου με τα γέρικα πόδια μου να τρέμουν, με μια σακούλα λεπτή σαν το ζαρωμένο δέρμα μου, γεμισμένη με τα αναγκαία, τα ελάχιστα των αναγκαίων, να βαραίνει το ήδη αδύναμο χέρι μου και εγώ εδώ, ασήμαντη, σημαντική, ασήμαντη. Κηλίδες, κούραση, θολούρα από καταρράκτες που δεν τρέχουν, δυσφορία από κόκαλα που τρίζουν, δόντια που δεν υπάρχουν, στερεωτικά οδοντοστοιχίας σε ένα στερέωμα εξίσου φαφούτικο. Δε θέλω να περάσω. Το αποφάσισα. Δεν υπάρχει λόγος να περάσω. Να δω τι περισσότερο, να πονέσω πόσο ακόμη, να μετρώ μέρες μόνη μου στην γκαρσονιέρα που με έχωσαν οι γιοι μου, να ανέχομαι τη Νίτσα γιατί είναι η μόνη που με επισκέπτεται, να πρέπει να χαζεύω τις σειρές που λατρεύει να δει στο υποτιθέμενο σπίτι μου, ποιο σπίτι μου, να καταλήγω να τις χαζεύω και εγώ, να τις παρακολουθώ με ανυπομονησία, να θυμάμαι τον άντρα μου που ευτυχώς με άφησε χήρα πριν είκοσι χρόνια και πλέον δε χρειάζεται να παριστάνω πως υποφερώ εξαιτίας της απουσίας του, να υποφέρω για κάθε χαστούκι που μου έδινε τότε, για τα αμέτρητα ρούχα που έπλενα, κουβαλούσα, άπλωνα, σιδέρωνα, χωρίς να με ευχαριστήσει ποτέ, χωρίς να μ’ ευχαριστεί. Πράσινο, κόκκκινο, πράσινο. Συντάξεις κομμένες, χάπια, χάπια, χάπια που ποτέ δε θα κοπούν, τρομοκρατημένες ανάσες στις ουρές, πίσω από κλειδωμένες πόρτες, στα ιατρεία, στα βιολογικά εργαστήρια.  Να ανέχομαι πως είμαι πολύ μεγάλη για να μου εμπιστευτούν τα εγγόνια μου, να βρίσκουν δικαιολογίες για να αποφύγουν τη γέρικη οσμή μου τα ίδια μου τα παιδιά, αφού με κατηγόρησαν πρώτα ότι δεν τους αγαπώ αρκετά, γιατί έπρεπε να τους γράψω κι άλλα, σπίτια, οικόπεδα, εξοχικά που αδικαιολογήτως δεν απέκτησα στη ζωή μου, σε μια ζωή που η ηδονή ήταν λέξη άγνωστη, διαδικασία μηρυκαστική, μασημένη ξανά και ξανά. Περιφερόμενη μούμια, που ακούει μικρά παιδιά να την κοροϊδεύουν, να βλέπουν τον Χάρο πίσω μου να ξαγρυπνά, να ξαγρυπνάω μαζί του τα βράδια, με τον φόβο μη με αρπάξει, όταν κλείσω τα μάτια. Να τρέχω στις εκκλησίες με την ελπίδα να συγχωρεθώ, να θέλω, χωρίς να ξέρω το γιατί, να συγχωρεθώ, να πρέπει να συγχωρεθώ. Σχέδια από ταφόπλακες, παρηγορητικές εκδρομές με τα ΚΑΠΗ, μοναξιά, τελεία.

«Γιαγιά, έλα να σε βοήθησω να περάσουμε απέναντι». Κοιτάζω τον νεαρό που μου έχει απλώσει το χέρι. «Δε χρειάζεται» θέλω να του πω, αλλά έχω τόσο καιρό ν’ αγγίξω άνθρωπο που λαχταρώ να κρατηθώ από τη λεία παλάμη του και ας γλιστρήσω. Και το κάνω. Μου χαμογελάει με ένα στόμα γεμάτο δόντια, στα μάτια του, που δεν τα περιβάλλει καμία ρυτίδα, βλέπω πως είμαι ένας αξιόλογος άνθρωπος, πως είμαι ακόμα άνθρωπος, πως έστω και ένας σε αυτήν την καργιόλα ζωή δε μ’ έχει για νεκρή…σημαντική, ασήμαντη, σημαντική…ναι, ίσως έχει μείνει κάτι ακόμα να δω.. απέναντι. Σημαντική.

Advertisements