Η αφάνεια των επιφανών (*) Μικροδιήγημα

by Χάρης Μαύρος

Αγάπη μου,

Για εμάς δε θα μάθει κάνεις. Γεράσαμε σε αυτό το χωριό του νησιού που το εγκατέλειψαν όλοι και ζήσαμε μόνοι, χωρίς γιατρούς, χωρίς φίλους και γιορτές. Μονάχα εγώ κατέβαινα στη χώρα να πάρω τα απαραίτητα και οι γνωστοί με ρωτούσαν, γιατί δε βλέπουμε τη μπάμπω σου και εγώ δεν είχα ιδέα τι να τους πω. Η μπάμπω μου προτίμησε τη φυλακή της ελευθερίας μας, τον τόπο που ζούσαμε μοναχοί. Γιατί, μπάμπω μου, εσύ πια δε ζεις. Εσύ τελικά με εγκατέλειψες πρώτη  και πια το μέρος αυτό είναι απλά φυλακή…δίχως ελευθερία. Το φλιτζάνι παραμένει άδειο στο τραπέζι, χωρίς τον καφέ σου. Η μυρωδιά του δε θα γεμίσει πια τούτο το έρημο σπίτι. Η δική σου μυρωδιά, η μυρωδιά που έδινες σε όλα.

Για εμάς δε θα μάθει κανείς, αγάπη μου. Ένας τρελός γέρος που σκόνταψε και έπεσε απ’ τον γκρεμό, που αυτοκτόνησε, γιατί δεν υπάρχεις, ένας ασήμαντος γέρος και μια γριά που δε θα γίνουν σαιξπηρικό έργο ή τραγωδία, ποίημα στα χείλη των πολλών. Δυο γενιές μετά δε θα ξέρουν καν τα ονόματά μας. Δεν κάναμε παιδιά πότε, δε χωρούσαν βλέπεις ανάμεσά μας, ανάμεσά μας δε χωρούσε τίποτα άλλο. Κανένα στόμα δε θα μιλήσει για τον έρωτά μας, κανείς δε θα μνημονεύσει έναν έρωτα που κράτησε πενήντα χρόνια.  Πενήντα χρόνια. Να σου φωνάζω, να μου φωνάζεις, να σε απειλώ ότι θα φύγω κάθε φορά που με απογοήτευες, να φεύγεις κάθε φορά που σε πίκραινα…και να ξαναγυρνάς. Ακόμη και τώρα μπορώ να ανακαλύψω τα βήματα κάθε σου γυρισμού ανάμεσα στα πυκνά χορτάρια. Βλέπω τα αποτυπώματα που άφησες παντού, ακόμα και στο σκοτάδι. Εμείς θα είναι σαν να μην περάσαμε ποτέ από τη γη αυτή. Σημαντικά ασήμαντοι, ασήμαντα σημαντικοί, όπως όλοι.

Έρχομαι να σε συναντήσω, αγάπη μου, εδώ τα πάντα είναι θλιβερά χωρίς το άγγιγμά σου. Γνωστός είμαι μοναχά κοντά σου.

Advertisements