Σειρήνες πολέμου (*) Μικροδιήγημα

by Χάρης Μαύρος

Δύο κορμιά πλεγμένα στη φλόγα της ηδονής. Κόμποι σφιχτοί, θηλιά να μην ξεφύγει πουθενά, σε κανένα σημείο της πλέξης. Χείλη υγρά, υγρά σαν ποτάμια του φθινοπώρου, κουβαλούν πάνω τους τις πρώτες βροχές. Ιδρώτας, ζέστη, τριβή, κομμένα σχοινιά από μαριονέτες και ανάσες φυλαγμένες στο τελευταίο τους καλοκαίρι. Τα σεντόνια είναι λουσμένα με βενζίνη. Η μυρωδιά τους ωστόσο πιο έντονη. Έξω πόλεμος. Έξω μίσος και εχθροί. Φτάνουν, έρχονται, σε λίγο θα σπάσουν τις πόρτες. Θα την πιάσουν και θα τη βιάσουν. Θα τον υποχρεώσουν να τους κοιτάζει. Θα τον σύρουν ζωντανό στις αλάνες μέχρι να πεθάνει και εκείνος. Ατιμασμένος, έτσι όπως θα νομίζουν εκείνοι.

Συνεχίζουν να πλέκονται σε ένα. Κάθε κόμπος πιο σφιχτός απ’ τον προηγούμενο. Η πόρτα σπάει. Δε δίνουν σημασία. Επιτάχυνση, τριβή, φυσική. Αφύσικα δυνατοί.  Οι εχθροί τούς παρατηρούν, γελάνε με τη γυμνή τους εικόνα. Συνεχίζουν ακάθεκτοι, πιο γρήγορα, όλο και πιο γρήγορα. Τους πλησιάζουν. Σπίθες, τα κορμιά τους πετάνε σπίθες. Ολοκαύτωμα.

Advertisements