Στην υγειά μου (*) Ποίημα

by Χάρης Μαύρος

Καθισμένοι, κοιτώντας τοίχους, αγκαλιασμένοι με τοίχους, εντοιχισμένοι σε αγκαλιές

Κρατώντας στα χέρια μας άδεια πυροτεχνήματα, στα πόδια πεταμένα κομφετί

Ακούμπησες στον ώμο μου το κεφάλι σου, ακούμπησα στο κεφάλι σου το δικό μου

Πύργος της Βαβέλ με δυο σώματα φτιαγμένος, υψωμένος στο σκοτάδι της νύχτας

Κινούνταν άνθρωποι και φώτα, φώτα και σκιές, σκιές και ιστορίες, εμείς τυφλοί

Ακούγονταν κραυγές και ψίθυροι, ψίθυροι και τσιριχτές φωνές, μα εμείς κουφοί

Δεν είχε ζέστη, στην είχα κλέψει, όλη, στην έκλεψα για να ζεστάνω το παγωμένο στήθος

Μαλάκωσε και έγινε σαν πλαστελίνη, πλαστελίνη σού είχα πει γίνομαι μπροστά σου

Και έπειτα; Έπειτα…

έμπηξες τα μακριά σου δάχτυλα εκεί, στο εκεί που κάτω του κείτονταν η καρδιά μου

Και χάραξες για λίγο πορείες, βαθιές , που θέρισαν το δέρμα με κόκκινους δρόμους

Με κοίταξες με μάτια βουρκωμένα, μάτια θάλασσες, ουρανοί και πλανήτες με κατεύθυνση

Και με δύναμη άρπαξες την καρδιά μου, την έστυψες και ήπιες στην υγειά μου

Advertisements