Φέτα πορτοκάλι (*) Διήγημα

Ο ουρανός είναι μαύρος και σήμερα. Αλλά δε θα βρέξει. Τα σύννεφα είναι καταδικασμένα να φέρουν αυτό το φορτίο. Να σκιάσουν και αυτή τη μέρα. Να την κάνουν να φανεί πιο μαύρη. Να την κάνουν να φανεί όπως είναι.
Το σπίτι της οικογένειας Νέλσον στη μικρή επαρχία είναι ξύλινο. Εύκολο να καεί, να γίνει στάχτες και σκόνη. Η Ντόροθυ Νέλσον έχει κολλημένο το κεφάλι της στο τζάμι και παρατηρεί. Το πρόσωπό της είναι σκοτεινό, τόσο σκοτεινό που θα μπερδευόταν κανείς αν εκείνη αντανακλά τη μαυρίλα της συννεφιάς ή τα σύννεφα τη δική της. Ξαφνικά μια μικρή κραυγή. Την πνίγει σύντομα για να μη γίνει αντιληπτή. Η μητέρα της έχει καταλάβει πως κάτι καλό θα συμβεί. Ο πατέρας της κρατά στην αγκαλιά του τον μικρό της αδελφό, τον Όλιβερ, και η αδελφή της, η Μέλανι, την πλησιάζει και την πιάνει από το φουστάνι της.
Ένα μικρό πορτοκάλι έχει γλιτώσει από τις λεηλασίες των προηγούμενων ημερών και στέκεται κρυμμένο στα κλαριά μιας πορτοκαλιάς στην άκρη του κήπου. Ό,τι είναι να γίνει, πρέπει να γίνει γρήγορα. Θα το κάνει εκείνη, έχει δει τον πατέρα της να το κάνει. Θα είναι γρήγορη, δεν έχει νόημα να το παίξει αδιάφορη. Όλοι θα ξέρουν γιατί βγήκε έξω. Μόνο γρήγορη.
Δεν ενημερώνει τους δικούς της. Ανοίγει την πόρτα και η μικρή Μέλανι αυτομάτως πηγαίνει και την κρατάει, έτοιμη να την κλείσει αν χρειαστεί. Η Ντόροθυ τρέχει, τρέχει και οι υπόλοιποι έξω από την αυλή την έχουν ήδη μυριστεί. Σκαρφαλώνουν τα κάγκελα αργά, μήπως προλάβουν να αντιληφθούν πρώτοι την κατεύθυνση του κοριτσιού. Τα μάτια τους πέφτουν πάνω στο πορτοκάλι και η απόκτησή του είναι πλέον θέμα ταχύτητας. Το αποστεωμένο χέρι της Ντορόθυ το αγγίζει πρώτο, βάζει όση δύναμη της έχει απομείνει και το κόβει. Μίση νίκη. Μίση ζωή.
Το τσούρμο με τους πεινασμένους πίσω της είναι έτοιμο να την κατασπαράξει. Όσο το κρατάει στα χέρια της η ζωή της κινδυνεύει. Ο πατέρας της έχει ανοίξει το παράθυρο και της κάνει νόημα να το πετάξει. Αν αστοχήσει, αν το πορτοκάλι για τον οποιοδήποτε λόγο βρεθεί στο χώμα, θα είναι μια μικρή συμφορά. Ίσως και μεγάλη, πέντε στόματα περιμένουν να τραφούν από αυτό.
Το πετάει. Τώρα ο κίνδυνος αφορά άλλο πρόσωπο. Ο πατέρας της βιαστικά προσπαθεί να κλείσει το παράθυρο και το πλήθος έχει στραφεί σε εκείνον. Η Ντόροθυ δεν έχει καμία αξία χωρίς τον πορτοκαλή καρπό. Ένα παιδί έχει προλάβει να περάσει το κορμί του ανάμεσα στα δύο φύλλα του παραθύρου. Ο πατέρας της αδυνατεί να το σπρώξει. Είναι δυνατό, είναι πεινασμένο. Αποφασισμένο να δώσει μάχη για τη ζωή του. Πέφτει στο εσωτερικό του σπιτιού. Η μητέρα της κοιτάζει χαμένη, αποφασίζει μέσα στον πανικό της να κλείσει το παράθυρο για να μην μπουν και άλλοι. Η Ντόροθυ αναρωτιέται αν θα βρει ακόμα ανοιχτή την πόρτα, αλλά τη στιγμή που το παράθυρο κλείνει, η αυλή ξαφνικά αδειάζει, όπως το νερό που χύνεται από έναν πεσμένο κουβά. Ανενόχλητη επιστρέφει στην κύρια είσοδο που την περιμένει με αγωνία η μικρή της αδελφή.
Αντικρίζει τον πατέρα της να προσπαθεί να ξεκολλήσει από το πόδι του τον γαντζωμένο μικρό. Εκείνος τον δαγκώνει, δεν πρόκειται να τον αφήσει αν δεν του δώσει να φάει. Η μητέρα της ψάχνει βιαστικά στα κουζινικά για ένα μαχαίρι. Το βγάζει και απειλεί τον «εισβολέα» ότι θα του επιτεθεί αν δεν αφήσει τον άντρα της. Ο μικρός αδελφός της Ντορόθυ αφημένος στην παιδική του καρέκλα αρχίζει και κλαίει. Ο πατέρα της κάνει μια απότομη κίνηση και το σώμα του μικρού παιδιού ξεκολλά από το πόδι του και βρίσκεται με ορμή πεσμένο στον απέναντι τοίχο. Μένει ακίνητο με το κεφάλι πεσμένο και μετά από λίγα δευτερόλεπτα το βρώμικο μπλουζάκι του παιδιού βάφεται βυσσινί, αίμα και βρωμιά, σαν τη βρωμιά που τους οδήγησε σε αυτό το άθλιο σήμερα.
«Τι έκανες;» αρχίζει να τσιρίζει η Ντόροθυ. «Πατέρα, τι έχεις κάνει;»
Εκείνος μένει για λίγο σιωπηλός και μετά της απαντάει ψυχρά «αυτό που έπρεπε». Προστάζει τη γυναίκα του να κόψει το πορτοκάλι γρήγορα σε πέντε φέτες και μετά τους υποχρεώνει να τις φάνε άμεσα. Το πτώμα του μικρού παιδιού συνεχίζει να βρίσκεται στο δωμάτιο της κουζίνας. Η γεύση του εσπεριδοειδούς στα στόματα όλων είναι αγγελική, είναι η αποψινή τους σωτηρία. Στα στόματα όλων, εκτός από της Ντόροθυ που αναγκάζεται να το μασάει τάχα χαρούμενη μπροστά στα μάτια του πάτερά της που την καρφώνουν.
«Τώρα, πάρτε “αυτό” από εδώ μέσα» λέει σε εκείνη και την αδελφή της δείχνοντας το άψυχο κορμάκι που έχει σωριαστεί. Τον υπακούν χωρίς δεύτερη κουβέντα, είναι και εκείνος πλέον ανάμεσα σε όσα φοβούνται. Στη μικρή «επιτάφια» πορεία που ακολουθεί η Ντόροθυ συγκρατείται για να μην κλάψει. Δεν την αντέχει άλλο αυτήν την κατάσταση, όχι άλλο έτσι, όχι έτσι. Οι άνθρωποι έχουν πετάξει τις ανθρώπινες προβιές τους και έχουν μείνει λύκοι και θηρία, αρπακτικά από κάτω. Αιτία και αποτέλεσμα ήταν πια ένα, κανείς δε θα θυμόταν σε λίγο από πού ξεκίνησε το κακό. Γιατί το κακό τους είχε κατακλύσει, το κακό ήταν μέσα τους, το κακό ήταν οι ίδιοι.
«Πήγαινε μέσα και έρχομαι» λέει στην αδελφή της, όταν έχουν αφήσει το πτώμα του παιδιού έξω από την αυλή, στο σωρό με τα υπόλοιπα πτώματα. Σκέφτεται την τραγικότητα της κατάστασης, πως λίγα λεπτά πριν όλοι ασχολούνταν με εκείνη γιατί κρατούσε στα χέρια της τροφή, ενώ τώρα που κρατούσε έναν νεκρό δεν ασχολούταν κανείς. «Θα μας σκοτώσει αν δεν έρθεις μαζί μου». Το εννοεί, τις άλλες φορές η μικρή το έλεγε χωρίς να το πιστεύει, αυτή τη φορά όμως οι λέξεις έχουν άλλη βαρύτητα. «Μέλανι, πήγαινε μέσα, σε ένα λεπτό θα είμαι πίσω. Πες του ότι ζαλίστηκα, το βλέπεις και εσύ, κανείς δεν πρόκειται να με πειράξει». Αναγκάζεται να συμβιβαστεί χωρίς της θέλησή της και με αργά βήματα επιστρέφει μέσα. Ακούγονται φωνές από την ανοιχτή πόρτα, προφανώς ενημερώνει τον πατέρα της για την αργοπορία της Ντόροθυ. Μετά από λίγο η Μέλανι επιστρέφει στη μισάνοιχτη πόρτα και το κεφάλι της προβάλει με ένα βλέμμα προσμονής ζωγραφισμένο πάνω του.
Η Ντόροθυ ξέρει πως αυτή η φέτα πορτοκαλιού μπορεί να σήμαινε μια μέρα ζωής παραπάνω, ίσως και δύο. Όμως δεν την αντέχει μέσα της, όχι μια φέτα βαμμένη με αίμα. Δε χρειάζεται να το μάθει κάποιος, ειδικά ο πατέρας της, δε χρειάζεται να κατηγορηθεί για αχαριστία. Με την πλάτη γυρισμένη, βάζει το δάχτυλό της βαθιά στο στόμα και προκαλεί έναν μικρό εμετό. Προσπαθεί ξανά, αλλά μάταια. Δεν υπάρχει κάτι άλλο εκτός από απελπισία να βγει από μέσα της. Με την παλάμη της σκουπίζει το στόμα της και γυρνάει πίσω. Η Μέλανι την υποδέχεται και κλείνει πίσω της την πόρτα. Ο πατέρας της από συνήθεια και μόνο πλένει τα χέρια του με το λασπωμένο νερό της βρύσης. Την κοιτάζει. Εκείνη σκέφτεται τις μέρες που φύτευαν μαζί τις πορτοκαλιές στον κήπο τους, τις είχε φέρει εκείνος με το φορτηγάκι του. Μια μέρα που όλα έμοιαζαν χρυσά κάτω από τον έντονο ήλιο. Οι αξίες τους, τα χαμογέλα τους, εκείνοι. Όλοχρυσοι. Ένα αυθόρμητο χαμόγελο σχηματίζεται από τη σκέψη αυτή στα χείλη της. Ο πατέρας της που τη βλέπει, λιγότερο ανήσυχος από πριν, της χαμογελάει και εκείνος.

Advertisements

11 thoughts on “Φέτα πορτοκάλι (*) Διήγημα

  1. Να δώσουμε μια υπόσχεση στον εαυτό μας, ποτέ και για τίποτα όσο ζούμε, να μη πούμε, «Ο θάνατος σου, η ζωή μου»… γιατί όπως γράφεις και εσύ, «το κακό είμαστε οι ίδιοι»…
    Το κακό είναι ισχυρό, αλλά το καλό πολύ πιο ανθεκτικό… κάπου διάβασα!
    Εξαιρετικό θρίλερ μας έγραψες και εσύ Χάρη… το «άλλο»το ζούμε τις τελευταίες ώρες!

    1. Στεφανία μου, σε ευχαριστώ πολύ…»ο θάνατος σου, η ζωή μου», «η θέση σου , η θέση μου», «η δυστυχία σου, η χαρά μου»….δυστυχώς δε χρειάζονται μεγάλες ανθρωπιστικές κρίσεις για να εκδηλωθεί η κακή πλευρά του ανθρώπου. Το καλό είναι σαφώς ανθεκτικότερο, όμως χρειάζεται πολλαπλάσια προσπάθεια για να επικρατήσει του εύκολου κακού. Πόσοι είναι διατεθιμένοι να κουραστούν στις μέρες μας…εύχομαι να ‘ναι πολλοί…καλή μας μέρα, με δύναμη και θέληση να «κουραστούμε» 😉

  2. Ο θάνατός σου η ζωή μου που λέει και η μάγισσά μας, μας φέρνει στο μυαλό τις συνέπειες μιας ύφεσης, μιας δραματικής ύφεσης και το πιθανό – αλλα τόσο απίθανα πιθανό- σενάριο φτωχοποίησης της κοινωνίας. Αμέσως μόλις το διάβασα το μυαλό μου πήγε σε αυτή την γνωστή φωτογραφία από την μεγάλη ύφεση της Αμερικής του ’29. Τα ίδια συναισθήματα που πηγάζουν κοιτώντας αυτή τη φωτογραφία, μου προκάλεσε και το εξαιρετικά σκληρό και ρεαλιστικό διήγημά σου. Είναι εξαιρετικό και σίγουρα θα πρέπει να συμπεριληφθεί σε κάποια συλλογή σου στο μέλλον. Με ταρακούνησε ξανά η ιστορία ενός ‘πάτου που δεν βρίσκει έδαφος για να σταθεί όρθιος’. Εξαιρετικό.

    1. Μα πόσο ολοκληρώνεις τα κείμενα με τις προσθήκες σου, Κουφετάριε! Μια είκονα έχει τόσο τεράστια δύναμη, εκνευριστικά μεγάλη…Όσο για το ταρακούνημα, να σκεφτείς ότι ταρακουνιέμαι και εγώ που τα γράφω…σε ευχαριστώ για μία ακόμη φορά.

  3. Μακράν απ’ τα ωραιότερα κείμενα σου, νομίζω δε θα πάψει στο μέλλον να είναι επίκαιρο (ενδιαφέρον εξάλλου που τα ονόματα των ηρώων σου δεν είναι ελληνικά, άρα προφανώς δε μιλάς για μια κατάσταση σε μια συγκεκριμένη χώρα, δίνεις στο διήγημα σου πανανθρώπινο χαρακτήρα). Φοβερή η άνεση του γραπτού σου λόγου είτε περιγράφεις την ψυχοσύνθεση μιας ηλικιωμένης γυναίκας, είτε τα συναισθήματα δυο εραστών, είτε – όπως αυτή τη φορά – ένα οικογενειακό και κοινωνικό δράμα. Ήδη τα ουσιώδη σχολιάστηκαν, αυτό που ευτυχώς ακόμη βλέπω να νοιάζει μερικούς ανθρώπους είναι η διαφύλαξη της ανθρωπιάς τους. Εξάλλου οι άνθρωποι δε θα έχουμε πια τίποτε άλλο να χάσουμε αν τελικά χάσουμε την ανθρωπιά μας.

    1. Καταλαβαίνω, Φανή μου, ότι έχω γράψει κάτι δυνατό, όταν το γράφω και βουρκώνω ή γελαώ ή ακόμα και κλαίω. Ο τρελός του χωριού, χαχαχαχα…Αυτό ήταν ένα από αυτά τα κείμενα…με φόρτισε πολύ συναισθηματικά…η τελευταία σου φράση τα λέει όλα….σ’ ευχαριστώ για τα τόσο καλά λόγια…καλή μας μέρα!!!

  4. Ποσό εύκολα μπορει να αλλάζει η πραγματικότητας μας, όπως την ξέραμε, αλήθεια! Μια ιδεα πήραμε φέτος το καλοκαίρι με τα τεκταινόμενα…αρκεί μια σταγόνα απο μαύρο πινέλο, για να βαφτεί ξαφνικά γκρίζος ο μεχρι σήμερα ξέγνοιαστους, λευκός μας ορίζοντας…
    εξαιρετικές, για μια φορα ακομα, εικόνες, Χάρη μας-συμφωνώ και με τον κουφετάριο κ τα σταφύλια της…οργής του… 😔😎😁

    1. Κατερίνα μου, μια λεπτή κλωστή κρατά τις ισορροπίες στις ζωές μας. Δυστυχώς δεν είμαστε τόσο υπόλογοι για το από που κρέμεται αυτή η κλωστή, όπως μερικοί θέλουν να πιστεύουν. Ό,τι βάφεται μαύρο, μπορεί να βαφτεί πάλι άσπρο. Και αν δεν μπορεί να βαφτεί όλο το μαύρο, ας βάψουμε ό,τι μπορούμε. Power, Κατερινιώ, power!!!

      1. Συμφωνώ κ επαυξάνω…και για να ευθυμήσουμε λιγο θα θυμηθώ το γνωστό…: «μην περιμένεις απλα να ξημερώσει μια άσπρη μερα…πετά πρώτος εσυ ενα γιαούρτι!!!» (Τωρα που το σκέφτομαι βεβαια, σιγά μη χαλαλήσουμε τοσο ωραία κ υγιεινήτροφή για τα μούτρα των πολιτικών κ των Δράκουλα-κουαρτέτων!) 🙂 🙂

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s