Παγίδα (*) Ποίημα

by Χάρης Μαύρος

Έστησα μια παγίδα στη μέση της αυλής μου, περίτεχνα τη στόλισα με κλώνους πασχαλιάς

σχοινιά και φύλλα, ανθισμένο καμουφλάζ, σχοινιά και πικρά που δε σ’ είχα…

Κι ύστερα έριξα επάνω της τη νιότη την περίσσεια, στάλες αυτοπεποίθησης και φύλλα από μυρτιά

Άνοιξα την πορτούλα της και κρύφτηκα στα δέντρα, εσένα περιμένοντας μέσα στην ομορφιά

Λίγα λεπτά ακόμη και θα ήσουνα δική μου, πιασμένη στα σχοινιά της άγριας μηλιάς

Θεέ μου, τι λάμψη, σκέφτηκα και ρίγησα σαν μπήκες μέσα στον κήπο της δικής μου της καρδιάς

Μια λάμψη που με τύφλωνε, με ωθούσε πιο κοντά σου, και από κοντά, κοντύτερα…ναι, τώρα, καλύτερα

Μου χαμογέλασες, ήξερες πώς ήμουν εκεί και έκανες να φύγεις, μα εδώ είναι καλύτερα, σου είπα δυνατά

Και έσκυψα να πάρω στα χέρια πασχαλιά, ξεχνώντας την παγίδα μου, αρκεί να σε προλάβω

Και έτσι με μιας ανάποδα… μου φώναξες γελώντας… «καλύτερα για σένα, αγάπη μου γλυκιά».

Και έφυγες βιαστικά.

Advertisements