Η αγάπη ποτέ δεν έκανε κακό (*) Μικροδιήγημα

by Χάρης Μαύρος

Το αγαπούσε το μικρό καναρίνι. Ήταν χαριτωμένο, είχε μια τούφα που έπεφτε κωμικά μπροστά στα μάτια του. Δεν ήταν κίτρινο, δε φορούσε το χρώμα του μίσους. Της μιλούσε, της απαντούσε με τα τιτιβίσματά του επί της ουσίας. Θα το άφηνε για λίγες μέρες στη μητέρα της να το προσέξει, γιατί θα πήγαινε διακοπές. Συνηθισμένο. Ήλιος καυτός, καλοκαίρι, θάλασσες σε αναμονή. Αναμονή και τιτίβισμα. Μυρωδιές. Κίνηση, δρόμοι πόλεως λίγο πριν τις διακοπές. Διακοπές από τι; Απ’ τη συνεχή, υποχρεωτική αεργία. Άφησε το αυτοκίνητο με αλάρμ στην άκρη του δρόμου. Δυο λεπτά μόνο να αλλάξει ένα φόρεμα που της ήταν στενό. Κοίταξε το καναρίνι στα πίσω καθίσματα. Δυο λεπτά θα έκανε. Καλύτερα να το άφηνε μέσα. Το αγαπούσε πολύ για να ρισκάρει να πάθει κάτι. Άφησε τα παράθυρα λίγο ανοιχτά. Στο κατάστημα πανικός. Συνηθισμένο. Τα δυο λεπτά έγιναν τέσσερα, τα τέσσερα δέκα. Και το καναρίνι νεκρό από τη ζέστη, με τα φτερά ορθάνοιχτα. Εκείνη έκλαιγε, έκλαιγε, έκλαιγε. Αν το είχε βγάλει, αν το είχε πάρει μαζί της τώρα θα ζούσε. Αν δεν αργούσε, αν πήγαινε άλλη μέρα να αλλάξει φόρεμα, τώρα θα ζούσε. Εκείνη έφταιγε, έφταιγε, έφταιγε. Κατηγόρησε τον εαυτό της ότι δεν το αγαπούσε αρκετά.  Ότι αν το αγαπούσε όσο έπρεπε, τώρα εκείνο θα της τιτίβιζε. Πίσω απ’ το κλουβί του. Δεν πέρασε στιγμή απ’ το μυαλό της ότι εξ’ αρχής του προσέφερε μια αγάπη που εκείνο δε ζήτησε. Σε μια φυλακή, χωρίς την πόρτα ανοιχτή. Χωρίς να μπορεί να επιλέξει αν θέλει να μείνει. Χωρίς κανείς να μεταφράζει τα τιτιβίσματα. Ελευθερία, ελευθερία, παρακαλώ, ελευθερία. Η αγάπη της εξ’ αρχής του έκανε κακό. Θάνατος αργός και θάνατος βίαιος. Ο πρώτος με «αγάπη». Συνηθισμένο.

Advertisements