Έξωση (*) Μικροδιήγημα

Ήρθαν, μαμά. Οι γείτονες δεν μπόρεσαν να τους εμποδίσουν. Ήρθαν αρματωμένοι με την εντολή ενός μίσους που δεν ταιριάζει στο σπιτικό μας. Σε αυτόν τον χώρο που κάποτε λεγόταν σπιτικό και πλημμύριζε μόνο από αγάπη. Αλλά η αγάπη μας δε θα τους πνίξει, μαμά. Ο μπαμπάς πετάει εδώ και ώρα από το μπαλκόνι στο πεζοδρόμιο, στρώματα, κουβέρτες και ό,τι άλλο μπορεί να σώσει. Μνήμες, στιγμές, στεγασμένες ελπίδες. Πλέον άστεγες και αυτές, όπως θα είμαστε σε λίγη ώρα και εμείς. Εκείνος παραιτήθηκε πρώτος. Δέχτηκε τη φτώχεια μας σαν να την είχαμε επιλέξει, σαν να είχαμε τις άπειρες επιλογές και εμείς να αποφασίσαμε ότι καλύτερα να μείνουμε έτσι φτωχοί και χρεωμένοι.

Εσύ, όμως κάθεσαι οκλαδόν στο κέντρο του άδειου σαλονιού, με το νυχτικό σου και τη μαύρη βίβλο στα χέρια σου. Δεν έχεις πια ανθρώπινο βλέμμα. Δεν ακούς τον μπαμπά που σου φωνάζει να σηκωθείς να τον βοηθήσεις. Δεν άκουσες ούτε έμενα που σε παρακάλεσα να μου φτιάξεις πλεξούδα τα μαλλιά, όπως έκανες κάθε πρωί. Και εκείνοι θα σε αρπάξουν και σχεδόν θα σε σηκώσουν όρθια ενώ εσύ κλαις και ουρλιάζεις.

Η βίβλος σου πέφτει απ’ τα χέρια. Θα κρατηθείς από την κάσα της πόρτας με όλη σου τη δύναμη και θα με κοιτάξεις. Θα δεις την απόγνωση και τη θλίψη στα μάτια μου. Και ένα ένα τα δάχτυλά σου, αποδυναμωμένα, θα αφήσουν ότι κάποτε σου ανήκε. Αρχίζω να ουρλιάζω και εγώ. Ουρλιάζω τόσο δυνατά, που τρομάζεις ακόμα και εσύ. Δε θα σταματήσω μέχρι να καλύψω τις δικές σου φωνές, μαμά. Εκείνες που μιλούσαν για δικαιοσύνη, εκείνες που έλεγαν πως το καλό που κάνουμε κάποια στιγμή επιστρέφει και όσοι κάνουν κακό το βρίσκουν μπροστά τους. Ουρλιάζω, μα οι φωνές σου δε βγαίνουν απ’ το κεφάλι μου. Καμιά δικαιοσύνη δεν υπήρξε σε τούτο τον κόσμο. Τώρα το ξέρεις και εσύ.

Ένας φωτογράφος στέκει ξοπίσω και απαθανατίζει τον εξευτελισμό μιας ολόκληρης ζωής. Όχι, ο φακός του δε σέβεται τον ανθρώπινο πόνο, ποθεί διακαώς να τον ρουφήξει και να τον μοιράσει σε χιλιάδες φυλλάδες την επόμενη μέρα. Για να μας λυπηθούν στιγμιαία, μαμά. Όπως λυπήθηκαν χτες κάποιους άλλους, όπως θα αναζητήσουν να βρουν να λυπηθούν περισσότερους αύριο. Να τους ξεχάσουν μετά από μια βδομάδα, ένα μήνα το πολύ. Μέχρι να πονέσουν το ίδιο και εκείνοι. Μόνο τότε θα μας καταλάβουν πραγματικά. Μα εγώ δε θέλω να πονέσει άλλος κανείς όπως εμείς. Κανείς.  Δε μου έχει μείνει άλλη δύναμη να ουρλιάζω, μαμά.

Advertisements