Narciso (*) Μικροδιήγημα

by Χάρης Μαύρος

Οι δρόμοι είναι χιονισμένοι. «Σαν χιονισμένοι», σκέφτομαι, γιατί το χιόνι τους είναι πια μαύρο, πατημένο, λερωμένο λες και με κάποιον περίεργο οι ακαθαρσίες των περαστικών ψυχών έχουν καθίσει πάνω του. Έρχομαι να σε βρω, φορώντας την κοντή μου φούστα μέσα στο κρύο, την ίδια κοντή φούστα που φορούσα χτες και σε γνώρισα. Φορώντας το ίδιο χρώμα στα χείλη μου, πρόχειρα αυτή τη φορά, με τα μαλλιά μου ανάκατα, σχεδόν όπως ξύπνησα. Σκέφτομαι πόσο όμορφος είσαι. Σκέφτομαι πως με προσέγγισες χτες το βράδυ, πως βρήκες λίγο χώρο μέσα στη ναρκισσιστική σου διάθεση να υπάρξω και εγώ. Έπαιζε το «Last flowerς» των Radiohead την ώρα που σχολίασες τη φούστα μου. Όχι εμένα. Και εγώ χάρηκα, οι φίλες μου δίπλα χαζογελούσαν. Με αγκάλιασες σε κάποια φάση ψυχρά, με αγκάλιασες σαν να ήθελες να δείξεις ότι μπορείς να το κάνεις, όχι σαν να το εννοούσες. Και ήξερες πως είσαι όμορφος. Ήμουν απλά μια προσθήκη στην ομορφιά σου. Μου έδωσες το τηλέφωνό σου. Ραντεβού στην πλατεία με το άλογο. Το περήφανο ψηλό άλογο, στο οποίο είμαι δίπλα. Εσύ δεν είσαι καν εδώ. Μάλλον δε θα έρθεις. Μάλλον δε θα υπάρχει χώρος για ένα ακόμη άτομο δίπλα σου. Και να πού σε βλέπω. Είσαι μπροστά από έναν καθρέφτη σε ένα γωνιακό κατάστημα οπτικών. Διορθώνεις τα μαλλιά σου. Κοιτάζεσαι. Θαυμάζεις μάλλον τον εαυτό σου. Σε περιμένω δύο ολόκληρα λεπτά, αλλά εσύ δεν έχεις ξεκολλήσει από την εικόνα σου. Δε γυρνάς καν να δεις αν είμαι εδώ. Πηγαίνω δίπλα στο άλογο. Ανεβαίνω στο μαρμάρινο ύψωμα και αγκαλιάζω τον λαιμό του. Το αγκαλιάζω. Είναι πιο ζεστό από σένα. Ξαφνικά κάνεις μεταβολή και με βλέπεις. Μου χαμογελάς σαν να είμαι τρελή, ένα παιδί που κρεμιέται από αγάλματα στις πλατείες, και ετοιμάζεσαι να περάσεις απέναντι, να έρθεις σε μένα. Μην περνάς άδικα, καλέ μου, φεύγω. Για την ακρίβεια, δεν ήρθα πότε μου.

Advertisements