ΧΑΡΗΣ ΜΑΥΡΟΣ

Nobody(*)Nowhere

Κατάργηση (*) Μικροδιήγημα

Η μονή. Το κερί. Η φλόγα. Η φλόγα που τρεμοπαίζει. Το εικόνισμα. Η φθορά. Εκείνη. Εκείνη που στα μάτια κοιτάζει. Εκείνη που Εκείνον αγκαλιάζει. Η σπηλιά. Ο δρόμος. Οι στροφές. Οι στροφές που δηλώνουν τη λήθη. (Αχ, Παναγιά Σπηλιώτισσα). Το χώμα. Η εισπνοή. Το οξυγόνο. Το οξυγόνο που υπάρχει, μα λείπει. Κι ο πόνος. Το στομάχι. Η καρδιά. Η καρδιά δεν υπάρχει. Κατάργηση.

Advertisements

Ώστε θέλεις να γίνεις συγγραφέας (*) Σκέψεις

Σκέψου. Πόσο ψεύτης, πόσο ψώνιο, πόσο ανασφαλής είσαι, πόσο ανάγκη έχεις την αποδοχή τρίτων, πόσο διατεθειμένος είσαι να παραμείνεις ευγενής με τους επιδερμικούς εραστές της τέχνης που υποτίθεται πας να υπηρετήσεις, πόσο μεγάλη ανάγκη σου είναι η εκτίμηση ανθρώπων που ούτε έχεις ξαναδεί, πόσο σε έχουν αγαπήσει οι δικοί σου κι αν δε σου φτάνει η αγάπη τους ποιοι είναι οι λόγοι.

Σκέψου. Πόσο εύκολα μπορείς να ξεπουλήσεις τα πιστεύω σου, πόσο ευχάριστα αντέχεις να βγάζουν χρήματα στις πλάτες σου, πόσο προϊόν θέλεις να νιώσεις, πόσο καλά θα τα έχεις με τον εαυτό σου όταν θα είσαι διαφημιστής και μάνατζερ του ίδιου σου του έργου, πόσο μακριά θα είσαι από τον στόχο σου, όταν εσύ το μόνο που ήθελες ήταν να μοιραστείς τα της ψυχής σου. Σκέψου αν το να γράφεις σε ένα άδειο τετράδιο ή σε ένα blog που δε θα διαβάσει ποτέ κανείς σε κάνει λιγότερο συγγραφέα από έναν που είναι πρώτο όνομα, ξεπουλώντας ακόμα και τις πιο προσωπικές του ιστορίες, όχι από ανάγκη να μοιραστεί, αλλά για το κέρδος. Αν μπορείς να είσαι χαμογελαστός σε άλλους συγγραφείς που θεωρείς απλά κερδοσκόπους, απατεώνες, που δεν έχουν καν ιδέα τι λέει το ίδιο τους το βιβλίο, που διοργανώνουν ολόκληρα πάρτι για να πουλήσουν ένα αντίτυπο παραπάνω, που τους αφορά η αναγνωρισιμότητα και η δήθεν πνευματική καταξίωση. Που θεωρούν τους εαυτούς τους ειδική κάστα, που τα βιβλία τους αυτόματα τους καθιστούν φιλοσοφημένους, άρτιους και κυρίως καλούς ανθρώπους. Συγγραφείς και αναγνώστες, βιβλιοομάδες και λέσχες ανάγνωσης που αλληλοθάβονται δημοσίως και υπογείως και κατά τα άλλα γεμίζουν τις βιβλιοθήκες και τα ράφια για να αποδείξουν το εύρος της διανόησής τους. Γιατί κανένας δεν προειδοποιεί τους νέους συγγραφείς, γιατί κανένας δε μιλάει στα νέα παιδιά που ονειρεύονται; Γιατί γενικά όσοι γνωρίζουν για τη ζωή, δεν προειδοποιούν ποτέ κανέναν; Να μάθεις τρώγοντας τα μούτρα σου, σωστά; Υπάρχουν πάντα εξαιρέσεις, υπάρχουν πάντα καλοί άνθρωποι κι αν μιλήσεις ευθέως για την αρνητική σου εμπειρία είσαι αποτυχημένος; Δε θα σε ξαναδεχτεί το σύστημα; Στα… politically correct τεφτέρια μου.

Σκέψου γιατί θέλεις να προχωρήσεις στο βήμα της έκδοσης. Το κάνεις για τα λεφτά; Το κάνεις για τη δόξα; Το κάνεις γιατί έχεις τον διακαή πόθο να μυρίζεις τα βιβλία σου στα βιβλιοπωλεία, επειδή κάποτε τα ερωτευόσουν ως αυτοτελή έργα τέχνης; Σκέψου τις αντοχές σου. Αν η αλήθεια, πίσω απ’ τον ρομαντικό κόσμο που έχτιζες για τα βιβλία, σε τρομάξει. Αν το να πληρώσεις μια μικρή περιουσία για να βγει το βιβλίο σου, σε καθιστά ηθικό απέναντι στο έργο σου. Αν το να σκορπάς τα λεφτά σου σε σεμινάρια, εργαστήρια και μεταπτυχιακά δημιουργικής γραφής, για να σου μάθουν πώς να εκφράζεσαι ή ακόμα καλύτερα τι ακριβώς να λες, σε καθιστά ηθικό απέναντι στη νοημοσύνη σου. Αν το να μην παίρνεις δεκάρα, σε καθιστά ηθικό απέναντι σε σένα. Αν το να γράφεις ψέματα για να πουλάς, σε καθιστά ηθικό απέναντι σε τρίτους. Αν το να κλέβεις τις σκέψεις άλλου, το να γράφεις με ολόκληρο επιτελείο, το να αγοράζεις έτοιμο το βιβλίο κάποιου για να μπει απλά το όνομά σου σε καθιστά ηθικό απέναντι στον όποιο θεό σου. Αν είχες ποτέ σου.

Σκέψου και γίνε συγγραφέας μετά. Με τους όρους σου, με τα δικά σου θέλω και μόνο. Αν αφήσεις να στα κλέψουν, καλύτερα μείνε ένα χαρούμενο τίποτα. Γιατί μετά θα είσαι ένα δυστυχισμένο, ίσως επιτυχημένο, τίποτα, που απλά θα κορδώνει την άδεια του ύπαρξη υποστηρίζοντας πως συγγράφει.

Γκρεμός (*) Μικροδιήγημα

Εδώ. Χωρίς εσένα.

Με εσένα. Με τον πίνακά σου στην είσοδο, τις γλάστρες σου στο μπαλκόνι, τα πράγματά σου στα ράφια, πάνω σε καλοριφέρ. Τις γαμημένες συνθήκες. Τα θέλω, τα μπορώ, το γίνεται ως απρόσωπο ρήμα. Με χιλιάδες μικρά ξυράφια να κατακρεουργούν όλα μου τα εσωτερικά όργανα, ακέραιος απ’ έξω. Με χιλιάδες μικρούς εργάτες να με αποκαθηλώνουν. Ακέραιος, δεκαδικός, κλάσμα με τεράστιο παρανομαστή.

Μετράω τις ποσότητες. Πόσο πολύς υπήρξα, πόσο λίγος. Γυρνάω πίσω. Πίσω στο όνειρο που σου είχα εκμυστηρευτεί τότε. Δε θα το θυμάσαι. Δε θα είναι το μόνο -που δε θυμάσαι. Ο κυνόδοντάς σου είχε μαυρίσει δύο φορές, πριν πέσει. Με περίμενες σε μια τεράστια αλάνα με αυτοκίνητα και παιδιά. Σου είπα ότι ήταν εφιάλτης. Κι εγώ, για να έρθω να σε βρω, κατέβαινα μια τεράστια σκάλα φτιαγμένη από λευκά πανιά. Που βούλιαζαν σε κάθε μου βήμα.

Στέρεψα από εικόνες. Εκείνο το βλέμμα σου που κάποτε γέμιζε δεξαμενές δε θα το αντικρίσω ξανά. Το ξέρω πια. Κι είχα την ελπίδα, γαμώτο, ότι θα επέστρεφε. Έτσι, όπως εξαφανίστηκε κάποια στιγμή από τα μάτια σου. Απέδιδες την αιτία της εξαφάνισης σε μένα. Κι άφηνες το κενό να μεγαλώνει, καιρό τώρα, αλλά το γέμιζε αυτή η ελπίδα.

Τώρα τη βλέπω που πέφτει στον γκρεμό. Τα πόδια μου κολλημένα στο χείλος του, παρά την ακροφοβία. Και ξέρω πως δεν την έσπρωξε κανείς από τους δυο.

Έλα να σκοτώσουμε έναν έρωτα (*) Μικροδιήγημα

Πρώτα, βούτηξε στην κολυμπήθρα της λήθης και ξέχνα. Ξέχνα τα χαμόγελά μας μπροστά στο δειλινό του Τάμεση, το παγωμένο πρόσωπό μου στον ώμο σου στην Κρακοβία, τα ψίχουλα του κάροτ κέικ που αφήσαμε πίσω μας στην Ιρλανδία. Κοίταξε αποφασιστικά στον καθρέφτη, φόρα τα γάντια της αποποίησης ευθυνών και έλα. Έλα να μου πεις τα λάθη μου. Όσα δε σου έδωσα, όσα κράτησα για μένα. Να οριοθετήσεις με την ταινία του εγκλήματος την αποδοχή και την παραίτηση, την ενοχή της παθητικότητας. Να θάψεις τα ταξίδια που δεν πήγαμε και φωνάζουν απελπίσμενα στη γωνία «φεύγα», πνίξ’ τα με τα ίδια σου τα χέρια. Αυτή τη φορά δε θα παραπονεθώ για την απόσταση -των κορμιών, των σκέψεων, των λέξεων που κολυμπούσαν στις σιωπές και στη ρουτίνα. Ας είσαι εσύ η άψογη, η τέλεια, η δίκαιη. Μονάχα έλα. Έλα να σκοτώσουμε έναν έρωτα.

Οι λίγοι (*) Σκέψεις

Οι πολλοί: η επιβεβαίωση, η δόξα, η αποδοχή, ο ελάχιστος χρόνος επένδυσης, η παθολογία πίσω απ’ την ανάγκη, η ανάγκη, ο κατακερματισμός, τα κομμάτια, πολλά κομμάτια, η μοναξιά. Οι λιγότεροι: οι γνωστοί, οι παρέες, τα γέλια, τα ταξίδια, οι αναμνήσεις, οι αλλαγές, οι ζήλιες, οι ανταγωνισμοί, τα προβλήματα, η επικοινωνία που χάνεται, που προσπαθεί να κρατηθεί, αλλά ξερεις «η καθημερινότητα μωρέ», η πιθανή έλλειψή της που πονάει. Οι λίγοι: οι απαραίτητοι και σημαντικοί, οι φίλοι, ο έρωτας, η οικογένεια, τα στηρίγματα, οι μοναδικοί, οι απαράλλαχτοι, η αγκαλιά, η ουσία, το βλέμμα κατανόησης, η κατανόηση, ο χρόνος που μπορεί να επενδυθεί, ο χρόνος που δικαιούνται, ο χρόνος και η αγάπη που δικαιούσαι. Τι επιλέγεις;

Αρέσει σε %d bloggers: