Παντού μαζί σου (*) Διήγημα

Η απόλυση

«Σαρανταεννιά και πενήντα» του λέει η Τζούντυ, καθώς του παραδίδει τη σακούλα με τις μπλούζες. H σακούλα είναι παραφουσκωμένη, όπως η αυτοπεποίθηση του μεσήλικα άντρα απέναντί της. Ο άγνωστος κύριος την ευχαριστεί και την κοιτάζει επίμονα, προκαλώντας τον εκνευρισμό στον Παύλο που τους κοιτάζει διακριτικά, καθώς τακτοποιεί πολύχρωμα ρούχα σε κάποια κρεμάστρα. Εκείνη αμήχανη, χαϊδεύει την αλογοούρα της με το δεξί της χέρι. Φοράει ένα μαύρο μπλουζάκι με το λόγοτυπο του καταστήματος και μια κοντή μαύρη φούστα που για καλή της τύχη δε φαίνεται πίσω από τον ψηλό πάγκο του ταμείου.

Η Τζούντυ νιώθει το βλέμμα του Παύλου να την καίει, είναι φορές που εκείνος δεν μπορεί να διαχειριστεί τη ζήλια του. Ξέρει πως μόλις ο άγνωστος ψηλός άντρας απομακρυνθεί, θα έρθει και θα της κάνει σκηνή μπροστά στους πελάτες. Είναι μια ζήλια που η Τζούντυ αγαπάει. Δεν υπερβάλλει, δεν την καταπιέζει. Εξάλλου, ξέρει πως την εμπιστεύεται και όλο αυτό είναι συνέπεια της καταπιεσμένης τους ανάγκης να είναι μαζί, να είναι μέσα της συνέχεια, ακόμα και τα λεπτά εκείνα που οι υπόλοιποι αφήνονται σε μια πεζή καθημερίνοτητα.

Δε φταίει μόνο το γεγονός ότι και οι δυο ζουν με τους γονείς τους, αν και έχουν κλείσει εδώ και καιρό τα εικοσιπεντέ. Λατρεύουν και οι δυο το σεξ. Το δικό τους σεξ. Τους απογειώνει, τους εκτοξεύει στα ύψη, τους κάνει να ξεχνάνε προβλήματα και έγνοιες. Τους κάνει πιο δυνατούς, πιο αγαπημένους. Το αποζητάνε συνέχεια, παραδομένοι στο λήθαργο της σεξουαλικής έντασης. Είναι φορές που η Τζούντυ σκέφτεται πως γεννήθηκε μόνο γι’ αυτό. Για να τον νιωθει μέσα της, την υγρή του γλώσσα να ταξιδεύει στους λόφους του κορμιού της και να καταλήγει στις πιο απόκρυφες πηγές. Ναι, γεννήθηκε γι΄αυτό.

«Έλα μαζί μου, τώρα» της λέει ο Παύλος που στέκεται ήδη πίσω από την ταμειακή μηχανή. Είναι ελάχιστα πιο ψηλός από εκείνη. Σκούρα επιδερμίδα, γυμνασμένα χέρια, μαύρα μάτια, σκοτεινά, μυστηριώδη. Βλεφαρίδες μεγάλες, σχεδόν γυναικείες.

«Είσαι τρελός» του απαντά εκείνη και χαμογελάει διακριτικά στην πελάτισσα με τον τεράστιο φιόγκο στα φουντωμένα της μαλλιά.

«Έλα τώρα, μην αρχίσω και ουρλιάζω και μας ακούσουν όλοι εδώ μέσα», λέει με πιο δυνατή φωνή και η Τάνια από τη διπλανή ταμειακή της κάνει νόημα πως θα αναλάβει εκείνη την εξυπηρέτηση. Τον ακολουθεί στις τουαλέτες του ορόφου, είναι και οι δυο τους πιασμένοι χέρι χέρι ήδη, αγνοώντας την ύπαρξη του διευθυντή πωλήσεων στον όροφο.

«Τι έγινε, Παυλάκη; Ερεθίστηκες που είδες τον πενηντάρη να μου την πέφτει ευγενικά»;

«Σκάσε» της λέει εκείνος και την τραβάει με το στιβαρό του χέρι κοντά του.

«Σκάω» σκέφτεται εκείνη και αφήνει τα μεγάλα του χείλη να πλησιάσουν τα δικά της. Είναι τόσο απαλά που θα μπορούσε να μείνει πάνω τους χρόνια ολόκληρα, να ακουμπάει τις ανάσες της, τα δάκρυά της, το πάθος της για εκείνον. Τη δαγκώνει με βία. Του ανταποδίδει το δάγκωμα, ακόμα πιο δυνατά. Τα χείλη του μένουν παγιδευμένα ανάμεσα στα δόντια της. Εκείνος εκνευρίζεται, την ανεβάζει ένα επίπεδο ψηλότερα με τα δυο του χέρια και έτσι όπως είναι στον αέρα, της ανεβάζει τη φούστα με τις μεγάλες παλάμες του. Εκείνη περνά τα πόδια της γύρω από τη μέση του. Τα σφίγγει γύρω του σαν να ‘ταν πύθωνες που βρήκαν το θύμα τους. Κολλάει την πλάτη της στον τοίχο. Η πόρτα της τουαλέτας χτυπά.

«Σσσσς» του λέει εκείνη και βάζει το μακρύ, λεπτό δάχτυλό της πάνω στο στόμα του. Περιμένουν για λίγο, με τις καρδιές τους να πάλλονται σε παράλληλο ρυθμό, σιωπηλοί και αιφνιδιασμένοι. Όποιος και αν είναι, θα φύγει, σε πέντε λεπτά θα είναι πίσω στις θέσεις τους.

«Τζούντυ, Παύλο, ανοίξτε. Αυτή τη στιγμή! Ξέρω πως είστε εκεί μεσά» φωνάζει έξαλλος ο διευθυντής τους.

Είναι η ζωή μας

Είναι αγκαλιασμένοι στη στάση του λεωφορείου ακριβώς έξω από το πολυκατάστημα. Τα λεωφορεία φεύγουν και έρχονται, άνθρωποι ανεβαίνουν, άνθρωποι κατεβαίνουν, χάνονται, βρίσκονται, τους προσπερνάνε σαν μέλισσες που βουίζουν χωρίς σκοπό, χωρίς λουλούδια τριγύρω για να τρυγήσουν. Νιώθουν τόσο απογοητευμένοι και οι δύο, τόσο άδειοι που δεν ξέρουν πώς να διαχειριστούν τα συναισθήματά τους. Να αρχίσουν να κλαίνε; Να φωνάζουν; Να γελάνε ασταμάτητα χωρίς να μπορούν να σταματήσουν; Τίποτα, μόνο παγωμένα χέρια που προσπαθούν να ζεσταθούν μεταξύ τους και βλέμματα καρφωμένα στην αοριστία.

«Και τώρα τι;» τη ρωτάει, ενώ δεν αφήνει στιγμή το χέρι της μέσα από τα δικά του.

«Ώραια, τα κατάφερες, αχόρταγε Παυλάκη» του λέει και γελάνε μετά από πολλά λεπτά σιωπής, μιας σιωπής που ακολούθησε την απόλυσή τους.

«Τι θα πω στους γονείς μου, τι; Ότι με απόλυσαν γιατί πηδιόμουν στις τουαλέτες; Καταλαβαίνεις τι σημαίνει αυτό; Ο πατέρας μου θα με πετάξει έξω από το σπίτι, τέτοιες εποχές να χάνεις δουλειά για μαλακίες είναι έγκλημα»  του λέει και αφήνει τα δάκρυα επιτέλους να δραπετεύσουν από τις όμορφες φυλακές των καταπράσινων ματιών της.

«Θα τους πεις ότι είναι ένας μαλάκας και μίσος. Αυτό θα του πεις. Που έχει βγει στη σύνταξη από τα σαρανταπέντε του και συνεχώς στη λέει. Άντε τώρα, γιατί…»

«Μη μιλάς έτσι σε παρακαλώ…είναι ο πατέρας μου».

«Είναι η ζωή σου…»

Μπροστά τους συνεχίζουν να περνάν τα οχήματα το ένα πίσω από το άλλο. Νέφος, κορναρίσματα, αδυσώπητοι ρυθμοί, απεγνωσμένες φιγούρες, παρέες χαρούμενες, άγνωστοι και γνωστοί μαζί. Στο μυαλό τους ξαναζωντανεύει η εικόνα του διευθυντή τους που ούρλιαζε σαν αγρίμι, φτύνοντας τους στα μούτρα καθώς μιλούσε, καθώς τους χλεύαζε και ουσιαστικά απαιτούσε να ξεκουμπιστούν από μπροστά του χωρίς καν να αποχαιρετίσουν τους συναδέλφούς τους. Η Τάνια πιο πίσω έκλαιγε, χωρίς να τη νοιάζει που η μάσκαρα την είχε μετατρέψει σε έναν αξιολύπητο, συμπαθητικό παλιάτσο. «Τώρα τι»;

«Για μένα ξέρεις, θα είναι πιο δύσκολο» προσπαθεί να την παρηγορήσει ο Παύλος, δείχνοντάς της πως το μέγεθος των προβλημάτων του είναι μεγαλύτερο.

«Λες για τους δικούς σου που χρωστάνε παντού, έτσι;» τον κοιτάζει, στεγνή από δάκρυα πια.

«Λέω για τους δικούς μου που στηρίζονταν πάνω μου για να ξεπλύνουν τα σφάλματα της πρότερης ζωής τους. Να δουλεύει ο μικρός, να του τα παίρνουμε σχεδόν όλα για να ξεχρεώσουμε τα δάνεια. Έτσι είναι, θέλουν βλέπεις να το παίζουν ακόμα ευγενείς με τις αυτοκινητάρες τους» .

«Είναι η ζωή σου…»  επαναλαμβάνει τα δικά του λόγια η Τζούντυ.

Κοιτιούνται, χαμογελάνε. Είναι δυνατοί ο ένας κοντά στον άλλο. Και ας φαίνεται πως προσωρινά δεν έχουν τίποτα άλλο δικό τους.

«Σε θέλω» της λέει.

«Και εγώ σε θέλω» του απαντά, αγνοώντας τους άγνωστους που στέκονται δίπλα τους, περιμένοντας το επόμενο λεωφορείο, την ίδια τη ζωή να έρθει μπροστά τους και να ανοίξει τις πόρτες της, γεμάτη με κουμπάκια για την επόμενη στάση. Λες και θα μπορέσουν ποτέ να τα χρησιμοποιήσουν, λες και η ζωή δεν ανοίγει τις πόρτες της όποτε εκείνη γουστάρει.

«Θέλω να κάνουμε έρωτα…τώρα» της τονίζει,

«Θέλω να κάνουμε συνέχεια έρωτα», συμφωνεί ψιθυριστά και τα μάγουλά της κοκκινίζουν.

Της ακουμπά τον μηρό, το χέρι του ξεδιάντροπα περνά κάτω από τη φούστα, δεν τον νοιάζει ποιοι τους κοιτάζουν, τι γνώμη θα έχουν γι’ αυτούς. Αυτοί είναι δυνατοί. Αγαπιούνται. Ποθεί ο ένας τον άλλο ειλικρινά. Ολοκληρωτικά. Όπως κανείς γύρω τους δεν το κάνει. Για λίγο χάνονται στο πάθος του φιλιού, στις κινήσεις των άκρων τους που πλέκονται μεταξύ τους σε φανταστικούς αργεντίνικους χορούς. Μέχρι να σωριαστεί, σχεδόν ακριβώς πάνω στα ενωμένα πόδια τους, ένας ποδηλάτης.

«Είσαι καλά αγόρι μου;» τον πλησιάζει μια ευγενική γεροντική μορφή μέσα από το πλήθος. Εκείνος καθησυχάζει τον παππούλη που, αν και κρατά μπαστούνι, έχει σκύψει να δει τι συνέβη. Μόνο κάποιες εκδορές στα γόνατα, ενημερώνει τους γύρω του πως αισθάνεται τυχερός που δεν τον χτύπησε κάποιο από τα αυτοκίνητα που ακολουθούσαν. Όλα καλά. Ανεβαίνει στο ποδήλατό του και σαν αγγελιοφόρος, που έχει εκτέλεσει το χρέος του, χάνεται στη πομπή των αυτοκινητών. Η Τζούντυ έχει τρομάξει, ο Παύλος έχει σταματήσει να ερωτοτροπεί μπροστά στο πλήθος.

«Δε μου λες; Το ποδήλατο που έφερες πέρυσι από το χωριό σου και δε χρησιμοποιείς ποτέ, σε τι κατάσταση είναι;»

«Πώς σου ήρθε τώρα αυτό; Ξέρω και εγώ; Σκέφτεσαι να πάμε να καρφωθούμε και εμείς πουθένα για να γλιτώσουμε;»

«Κάτι σκέφτηκα, είναι η αλήθεια, μμμμ, για να δω, οι γαμπούλες σου είναι σφιχτές…ωραία…θέλεις ακόμη να χάσεις τα περιττά κιλά που έβαλες πριν δύο χρόνια;»

Γελάει, γελάει γιατί όταν τον βλέπει έτσι πονηρό, με εκείνη την όψη του μαύρου πάνθηρα, να την πειράζει, τα ξεχνάει όλα. Δεν ξέρει τι να του απαντήσει, σηκώνει απλά τους ώμους της προς τα πάνω, αδιαφορεί για τα περιττά κιλά τώρα που δεν έχει καν δουλειά, τώρα που εκείνος είναι εδώ να τη χαϊδεύει.

«Είναι η ζωή μας» εξάλλου προσθέτει ο Παύλος και εκείνη δεν έχει ιδέα τι σκέφτεται, απλά περνάει τα πόδια της πάνω του, έτσι όπως είναι καθισμένος στο μεταλλικό παγκάκι. Σαν μεγάλη μπέμπα, έτοιμη να νανουριστεί,  τον αγκαλιάζει, τυλίγοντας τα φινετσάτα χέρια της γύρω από το λαιμό του, αφήνοντας το κεφάλι της να προσγειωθεί στην καρδιά του.

Ελπίδες

Η αποθήκη του πατρικού σπιτιού της Τζούντυ είναι σκοτεινή και υγρή. Νιώθει την υγρασία του τοίχου να απλώνεται στην πλάτη της όπως και η υγρασία του σωματός της, καθώς ο Παύλος την κρατά σφιχτά στην αγκαλιά του. Της σφίγγει τη μέση με τα μυώδη χέρια του. Η κίνηση συνοδεύει τον τρόπο που εκείνος τη φιλάει. Αργή όταν τη φιλάει αργά, βιαίη όταν της ορμάει με τα φιλιά του. Έχουν κατέβει να πάρουν το ποδήλατό της, αφού έχουν ήδη φέρει τον μικρόκοσμό τους πάνω κάτω. Οι γονείς τους έχουν μείνει στα διαμερίσματά τους αναστατωμένοι μετά τις ανακοινώσεις τους, έξαλλοι, απειλώντας θεούς και δαίμονες για την παρορμητική απόφασή τους.

 Όμως εκείνοι είναι αποφασισμένοι. Χαίρονται, γελάνε, ναι, θα το κάνουν, θα το κάνουν απόψε κιόλας. Και ας βρουν όλες τις πόρτες κλειστές πίσω τους αν αποτύχουν. Δε τους νοιάζει. Τους νοιάζει το τώρα. Το εδώ. Και το εδώ είναι τόσο όμορφο, πλημμυρισμένο με ένα φως που εκπέμπουν τα σώματά τους στο ανήλιο υπόγειο, με την οσμή της επαφής τους που υπερκαλύπτει τη μούχλα που έχει εξαπλωθεί σε κάθε άκρη.

Έξι μέρες έχει υπολογίσει να κρατήσει το ταξίδι τους μέχρι τη Θεσσαλονική με τις διανυκτερεύσεις και τους ρυθμούς της όχι και τόσο έμπειρης Τζούντυ. Έξι μέρες πάνω στο ποδήλατο. Ο Παύλος έχει τη γνώση του ποδηλάτη, ξέρει πώς να εξοπλιστούν, ξέρει πότε θα πρέπει να κάνει υπομονή και να περιμένει την Τζούντυ. Τι και αν διαρκέσει  περισσότερο το ταξίδι αυτό; Δεν τους κυνηγάει πλεόν κανείς. Μόνο οι φωνές, οι κατάρρες και οι απειλές των δικών τους ανθρώπων. Και; Όσο πιο μακριά φτάσουν, τόσο λιγότερο θα ακούγονται, θα αντιλαλούν μέσα στις ψυχές τους.

Και μετά; Μετά θα μείνουν σε έναν ξάδελφο του Παύλου και βλέπουν. Μπορούν να ψάξουν εκεί για δουλειά, αν και τα πράγματα θα είναι πιο δύσκολα. Μπορούν να συνεχίσουν, με όποιον τρόπο. Με τρένο, με πλοίο, ακόμα και με κάποια φθηνή αεροπορική πτήση αν σταθούν τυχεροί. Θα τη βγάλουν την άκρη. Έχουν περίπου ένα χιλιάρικο για αρχή, θα είχαν περισσότερα αν δεν είχαν υπογράψει εκείνη τη σύμβαση που ουσιαστικα τους στερούσε την αποζημίωση. Μπορεί να ξοδευτούν πολύ πιο γρήγορα απ’ όσο νομίζουν. Ε και; Είναι νέοι, είναι τρελοί. Να μείνουν να κάνουν τι στις διαλυμένες ζώες τους, να ορθοποδήσουν πώς; Επιτέλους θα μοιράζονταν το ίδιο στρώμα τα βράδια, το ίδιο χωράφι αν χρειαζόταν, τον ίδιο ουρανό. Η Τζούντυ ένιωσε να ενηλικιώνεται τη στιγμή που του είπε «ναι, ας το κάνουμε». Μέχρι σήμερα ήταν ευνουχισμένη από μια κοινωνία που δεν της επέτρεπε να μπορέσει να ζήσει σαν φυσιολογικός άνθρωπος με το αγόρι της. Να έχουν το δικό τους σπίτι, τα δικά τους όνειρα στεγασμένα μέσα του. Σε αυτήν την κοινωνία αντιδρούν. Σε αυτά τα «όχι» απέναντι αποφάσισαν να τολμήσουν.

Ο Παύλος αρχίζει να τη γδύνει. Η ζεστασιά της τον κατακλύζει, οι αναστεναγμοί της τον απογειωνούν. Εκείνη ακουμπάει τους αγκώνες στον τοίχο, ο κορμός της σε πλήρη λόρδωση. «Θέλω να πλημμυρίσω από σένα».

Αφήνει μια μικρή κραυγή να βγει από το στόμα της. Στέκουν και οι δυο, φιγούρες λαμπερές στο σκοτάδι. Και οι δυο πλημμυρισμένοι από ελπίδες.

Σχεδόν

Ο απογευματινός ήλιος του Ιούλη πέφτει ακόμη καυτός πάνω τους. Εκείνος την παροτρύνει να επιταχύνει, εκείνη ξεφυσά κουρασμένη. Έχουν περάσει μόλις δυο ώρες απ’ όταν ξεκίνησαν και νιώθει κουρασμένη, οι μύες της ήδη καίνε, η μέση της παραπονιέται με μικρά τσιμπήματα που φτάνουν μέχρι την καρδιά της. Τα σύννεφα παίρνουν λογής λογής σχήματα πάνω από τα κεφάλια τους, πότε δυο μικρά παιδιά που τρέχουν, ένας ποδοσφαιριστής, μια ολόκληρη πόλη από αφρό που γκρεμίζεται. Η μυρωδιά των χωραφιών αντικαθιστά σιγά σιγά τη μυρωδιά της πόλης, μια μυρωδιά ελευθερίας και διαφορετικότητας. Φοβάται ήδη, μα δεν τολμά να του το πει. Προβληματίζεται για το εγχείρημά του, αλλά δεν πρέπει να της το πει. Συνεχίζουν να κάνουν πετάλι, εκείνος μπροστά και εκείνη πίσω του, ιδιαίτερα προσεκτικοί μετά από ένα επεισόδιο με ένα κίτρινο φορτηγάκι που κόντεψε να πέσει πάνω τους και να τους συνθλίψει στα διαζώματα.

«Νομίζω πως έπρεπε να πάρουμε κάποιο λεωφορείο, ή κάποια από τις οικονομικές πτήσεις που δεν κοστίζουν σχεδόν τίποτα πια. Κοντέψαμε να σκοτωθούμε, δεν μπορώ να συνέλθω από το σοκ…» τελικά ξεστομίζει λαχανιασμένη και η δήλωσή της είναι αγκάθι στις σκέψεις του.

«Ξέρεις κάτι; Θα μπορούσαμε και να μην ξεκινήσουμε καν. Να καθίσεις εσύ με τους γονείς σου και εγώ με τους δικούς μου, να μας βρίζουν, να μας ψάχνουν δουλειά, να μας νταντεύουν ή να τους νταντεύουμε, να μην έχουμε να σκεφτούμε τίποτα πέρα από αυτό. Έχεις δίκιο, το ποδήλατο δεν είναι η πιο λογική λύση που θα μπορούσα να σκεφτώ…αλλά είναι τόσο ρομαντικό ρε γαμώτο…σκέψου πόσα μέρη θα δούμε».

«Ναι, σκέφτομαι. Φυσιοθεραπευτήρια για να με κάνουν καλά, νοσοκομεία για να συνέλθω και κανένα σπα που εσύ θα μου κάνεις δώρο μετά από τόση ταλαιπωρία».

«Άρχισες τη γκρίνια; Ακόμα καλά καλά δεν έχουμε ξεκινήσει. Ζήσε το, γαμώτο! Ζήσε όλο αυτό που κάνουμε. Τι θα λέμε στα εγγόνια μας ε; Αυτά θα θυμόμαστε, αυτές τις ανοησίες».

«Νομίζω τόσες ώρες πάνω στη σέλα δε θα μπορείς ούτε παιδιά να μου κάνεις…όχι εγγόνια».

Εκείνος σταματάει να κάνει ποδήλατο και εκείνη κόβει ταχύτητα για να σταματήσει δίπλα του εγκαίρως.

«Τι έγινε τώρα;»

«Τι έγινε; Δεν καταλαβαίνεις τι έγινε;»

«Όχι, τι έγινε;»

«Σε θέλω…θέλω να σου αποδείξω ότι μια χαρά μπορώ να σου κάνω παιδιά…αυτό έγινε…»

«Εδώ, στη μέση του πουθενά; Είσαι τρελός; Με τα αυτοκίνητα να περνάνε στον δρόμο; Αποκλείεται»!

«Πάρε το ποδήλατο μαζί σου, θα τα κρύψουμε μέσα στις καλαμποκιές, δίπλα μας»

«Και αν μας τσιμπήσει κανένα φίδι; Αν περάσει κανένα τρακτέρ από πάνω μας; Αν παραμονεύει κανένας ηδονοβλεψίας; Θα μας πιάσει η νύχτα, όχι όχι όχι! Θα μείνουμε από μπαταρία στο κινητό, δεν το εμπιστεύομαι αυτόν τον ηλιακό φορτιστή που του έχεις κοτσάρει»

«Ηδονοβλεψίας μέσα στα καλαμπόκια!!! Χαχαχαχαχα…Ο αγρότης ο κυρ-Θύμιος και ένα ανακόντα που κάνει παραθέριση στην Ελλάδα παραμονεύουν. Σε δύο ώρες θα είμαστε στο μοτέλ που υπολογίζω. Ηρέμησε…και εμπιστεύσου με».

Τρυπώνουν μέσα στο χωράφι, εκείνη είναι κουρασμένη και συνάμα ενθουσιασμένη με την παράλογη ιδέα του. Τα ποδήλατα ακουμπάνε το ένα το άλλο, έτσι όπως γέρνουν πάνω στο χώμα. Είναι λες και εκείνα έχουν ξεκινήσει πρώτα να αγγίζονται, λες και τα άψυχα μέρη τους να έκλεψαν κάτι από τη δίψα των αναβατών τους για έρωτα. Τα τεράστια backpacks που είναι δεμένα πάνω τους μοιάζουν με γιγαντιαίες μαύρες χελώνες.

Κάθεται οκλαδόν, τα ψηλά καλαμπόκια τον σκεπάζουν ολόκληρο. Το βλέμμα του πέφτει πάνω της, την κοιτάζει σαν υποταγμένος υπηρέτης που έχει πέσει στα πόδια της να την προσκυνήσει. Της τραβάει τη φόρμα και εκείνη μένει με το εσώρουχο. Στάλες ιδρώτα κυλάνε στα πόδια της, το πρόσωπό της είναι ροδοκόκκινο από το άγριο χάδι του ήλιου. Χωρίς να βγάλει το εσώρουχό της, κάθεται πάνω του. Νιώθει ήδη πόσο πολύ τη θέλει, τον νιώθει έτοιμο να γίνει ένα με εκείνη, δεν την ενοχλεί πια το χώμα, η βρωμιά, το περιβάλλον. Ξαφνικά όλα γύρω τους έχουν ένα σκοπό. Να κλείσουν μέσα τους τη δική τους αγάπη.

«Υποσχέσου μου ότι όλα θα πάνε καλά» του λέει καθώς εκείνος κατεβάζει το εσώρουχο και τη φόρμα του μαζί. Δαγκώνει τα χείλη της από ηδονή, ξέρει πως σε λίγα λεπτά θα ανεβοκατεβαίνει πάνω του με ορμή.

«Στο υπόσχομαι…όλα θα πάνε καλά».

Μαζί σου

Σούρουπο. Τα χρώματα αρχίζουν και γίνονται μαβιά, κορδέλες κομμένες από ρευστό ύφασμα. Τα πρόσωπά τους ιδρωμένα, φωτεινά. Το δικό του πιο φωτεινό. Είναι λες και ολόκληρος, μαζί με το ποδήλατό του να είναι λουσμένος από μια φωτεινή άχλη που αγκαλιάζει μόνο εκείνον. Η Τζούντυ μουσκεμένη, χαμογελαστή. Οι γάμπες της δε νιώθουν πια τον πόνο, οι μύες της πασχίζουν να τη βοηθήσουν να φτάσουν στο τέρμα, στον προορισμό τους για απόψε.

Τον κοιτάζει πού και πού και του χαμογελάει, εκείνος έχει μια αυστηρή όψη, σοβαρή, προσηλωμένη στην οδήγηση. Το χείλος του συσπάται όμως και αυτό της δίνει δύναμη να συνεχίσει, μείναν μόνο δέκα λεπτά για να φτάσουν. Της αρκεί να τον νιώθει εκεί, μισό μέτρο πιο πέρα, ακόμα και αυτό της είναι αρκετό.

Ο Σαμψών είχε τα μαλλιά του, η Τζούντυ έχει τον Παύλο. Είναι ατρόμητη, αμαζόνα που δε φοβάται να τα βάλει με τα μεγαλύτερα τέρατα, με τους χειρότερους φόβους της. Χωρίς εκείνον είναι μια παιδούλα που το έσκασε από τους δικούς της, που φέρεται ανόητα, που δεν ξέρει τι της ξημερώνει. Δε θα τα καταφέρει, όχι, όταν εκείνος δεν είναι στο πλευρό της, όλα φαντάζουν αδύνατα.

-Ξέρεις, θέλω να μου κάνεις μασάζ στα πόδια όταν φτάσουμε, δε θα μπορώ να τα κουνήσω αύριο, του λέει δυνατά, γιατί δεν ήταν λίγες οι φορές που δεν της έδωσε σημασία νωρίτερα.

-Θα σου φτιάξω και μακαρόνια με κιμά για να φας, της απαντά και γελάει ενώ παράλληλα στερεώνει καλύτερα το κράνος στο κέφαλί του. Δε γυρίζει να την κοιτάξει, λες και το κάνει επίτηδες κάθε φορά που θα πει κάτι που ξέρει ότι θα τη βγάλει εκτός εαυτού.

-Είσαι χαζός, νευριάζω όταν σου μιλάω σοβαρά και μου απαντάς με τέτοιες χαζομάρες, του θυμώνει και επιταχύνει.

Τον προσπερνάει και είναι αποφασισμένη να μη γυρίσει καν να κοιτάξει πίσω της. Η αποφασιστικότητά της όμως διαρκεί λιγότερο από δέκα δευτερόλεπτα. Στρίβει το κεφάλι της αριστερά προς τα πίσω και εκείνος δεν είναι πουθενά. Αισθάνεται ένα ρίγος, τι θα κάνει χωρίς εκείνον; Πού είναι εκείνος; Πού μπορεί να πάει χωρίς εκείνος να είναι πλάι της; Να κρύφτηκε στο πλάι του δρόμου; Πού όμως; Και αν δεν μπορέσει να τον ξαναβρεί; Πατάει τα φρένα και ετοιμάζεται να ακουμπήσει τα πόδια της στο έδαφος για να κοιτάξει καλύτερα.

-Μπου, την τρομάζει από τα δεξιά της ο Παύλος και εκείνη αρχίζει να τσιρίζει, να τσιρίζει και τελικά να ξεσπά σε γέλια, καθώς ο ήλιος, μεγάλος σαν όμορφη πορτοκαλοκίτρινη τρύπα στον μωβ ουρανό, στέκεται σαν φόντο που τρεμοπαίζει πίσω τους.

-Μου έκοψες τη χολή. Πού στα κομμάτια κρύφτηκες; Για λίγο νόμισα ότι έφυγες.

-Και πού θα πήγαινα χαζή; Αν κοιτούσες λίγο δεξιά θα έβλεπες πως σε έφτασα στο πιτς, αθόρυβα και διακριτικά. Αλλά εσύ είσαι χαζή! Χαζή, χαζή!

-Σταμάτα να με μαλώνεις! Αλήθεια, τρόμαξα. Νόμιζα πως έφυγες. Πως με άφησες για πάντα.

-Ε, χαζούλα, τι σε έπιασε τώρα; Κάθε φορά που σε λέω χαζή, δε σε μαλώνω. Σ’ αγαπάω ρε. Το καταλαβαίνεις ότι κάνουμε σαν δεκατριάχρονα; Φτάνουμε, γιατί σκέφτεσαι έτσι; Εγώ δε θα σε αφήσω ποτέ. Πάντα θα είμαι δίπλα σου. Παντού. Παντού μαζί σου.

-Και κόψε αυτό το «ρε», μου τη δίνει, του λέει.

Αν και αυτά τα μικρά είναι που μας λείπουν από τους ανθρώπους. Τα «ρε», τα «σε», τα «μου».

Μαύρος γάτος

Το μοτέλ μοιάζει με μια παρατημένη παράγκα στη μέση του πουθενά. Η βρώμικη όψη του είναι ευδιάκριτη παρά το απαλό μενεξεδί σεντόνι της καλοκαιρινής νύχτας που έχει σκεπάσει τα πάντα. Μια μεγάλη ταμπέλα, που τα μισά της γράμματα είναι σβησμένα, λάμπει, θέλοντας να πει «μοτέλ ο μαύρος γάτος» . Το πάρκινγκ είναι γεμάτο σκουπίδια, ένα μόνο αυτοκίνητο, ξεφτισμένο πορτοκαλί, με σκασμένη σαμπρέλα, σπάει τη μονοτονία του τοπίου. Η Τζούντυ σπρώχνει την πόρτα της εισόδου και συγκρούεται με το σκουριασμένο καμπανάκι που κρέμεται ακριβώς πάνω της, ειδοποιώντας τον υπεύθυνο ότι έχει επισκέψεις. Το κλιματιστικό στη μικρή ρεσεψιόν υπερλειτουργεί με αποτέλεσμα ο χώρος να είναι παγωμένος. Εκείνη τρίβει με τα χέρια της τους αγκώνες της για να ζεσταθεί.

O ρεσεψιονίστ είναι κρυμμένος πίσω από άδεια μπουκάλια ρετσίνας, μυρίζει αλκόολ και τσιγάρο. Σηκώνεται όρθιος και η μεγάλη του κοιλιά αποκαλύπτεται με αυτήν του τη κίνηση. Είναι φαλακρός, με άσπρα μαλλιά και ένα προγούλι τόσο μεγάλο που προκαλεί το βλέμμα να το περιεργαστεί. Τα γυαλιά μυωπίας που φορά είναι πενταβρώμικα, πώς θα μπορούσαν άλλωστε να ξεφύγουν από την ευρύτερη φιλοσοφία του χώρου;

Η Τζούντυ κοιτάζει τον Παύλο, ο Παύλος την Τζούντυ, ο τρομακτικός ρεσεψιονίστ την Τζούντυ. Κανείς τους δε μιλάει, λες και κάτι το αδιανόητο έχει συμβεί μπροστά τους εκείνο το λεπτό μόλις.

-Έχουμε κάνει κράτηση για απόψε. Στο όνομα Παύλος Δημητρίου, λέει εκνευρισμένη η Τζούντυ, τόσο με τον τύπο που δεν παίρνει τα μάτια του από πάνω της, όσο και με τον Παύλο που δεν παίρνει την πρωτοβουλία να χειριστεί την κατάσταση.

-Έχετε κάνει κράτηση…μάλιστα. Μισό, της απαντάει και με έναν εντελώς αγενές τρόπο, αφήνει ένα ρέψιμο να αντιλαλήσει στο στενό διάδρομο πίσω τους.

-Χρειάζεστε ταυτότητα;

-Δεν είμαστε Intercontinental εδώ, μαντάμ.

Επιστρέφει με ένα ζευγάρι κλειδιά. Δωμάτιο 34. Στο τέλος του διαδρόμου. Της το δίνει και για λίγα λεπτά το χέρι του μένει γαντζωμένο πάνω της. Εκείνη τρομάζει με την εγγύτητα που της επιβάλλει. Δε θέλει να νιώθει τα σιχαμένα χέρια του πάνω της.

-Αν και δε μου πέφτει λόγος, μήπως θέλετε, λέω εγώ τώρα, να σας δώσω ένα μονόκλινο; Γιατί να πληρώνετε τζάμπα λεφτά, μαντάμ;

-Καλά ρε, τυφλός είσαι; φωνάζει ο Παύλος, μαλάκα, ε μαλάκα! Την πέφτεις στην κοπέλα μου, τόλμησες και την ακούμπησες κιόλας…Ποιος νομίζεις πώς είσαι;

-Παύλο, ηρέμησε! Ο άνθρωπος είναι μεθυσμένος, δεν τον βλέπεις; του ψιθυρίζει και τον διαβεβαιώνει πως θα αναλάβει εκείνη εξ’ ολοκλήρου τον άξεστο άγνωστο.

-Είστε καλά; ξαναρωτάει εκείνος και ο Παύλος του φωνάζει πως θα ήταν πολύ καλύτερα αν δεν αναγκάζονταν να βλέπουν τη σκατόφατσά του.

-Ρώτησα αν είστε καλά, μήπως χρειάζεστε βοήθεια; επαναλαμβάνει ο ρεσεψιονίστ και η Τζούντυ έχει καταλάβει πως ο τρελός απέναντί της απαξιεί επί τούτου το αγόρι της για να προκαλέσει φασαρία.

-Είμαστε μια χαρά, αλλά θα σας παρακαλέσω να είστε πιο ευγενικός με τον σύντροφό μου, προσπαθεί να κρατήσει τις ισορροπίες με τη σειρά της.

-Είσαι τρελή, εγώ φταίω τόση ώρα που είμαι ευγενικός.

-Εσύ είσαι τρελός, του λέει ο Παύλος, πετώντας στο πλάι το backpack του για να του ορμήξει.

-Ηρεμήστε και οι δύο, θα πάμε στο δωμάτιο και όλα είναι εντάξει. Δε θέλω ιστορίες. Αύριο έχουμε πολύ δρόμο να διανύσουμε, δεν είμαστε για τέτοια.

Ο ρεσεψιονίστ κουνάει πάνω κάτω το κεφάλι του σαν να ακούει ανοησίες. Σκύβει πίσω από τον πάγκο και ανοίγει ένα ακόμη μπουκάλι ρετσίνας.

Προχωράνε στον σκοτεινό διάδρομο, ο Παύλος δε σταματά να βρίζει μέσα στα αυτιά της Τζούντυ. Στη φαγωμένη ξύλινη πόρτα το τρία είναι πεσμένο, ξαπλωμένο δίπλα στο τέσσερα, σαν να ξεψύχησε ανήμπορο δίπλα του.

-Φοβάμαι, γυρίζει και λέει στον Παύλο πριν ξεκλειδώσει. Με ανατριχιάζει αυτό το μέρος. Και αυτός ο τύπος είναι τόσο περίεργος…Χάθηκε να μείνουμε κάπου αλλού;

-Μη φοβάσαι τίποτα, δε θα στο ξαναπώ. Εγώ είμαι εδώ, την καθησυχάζει και της φιλάει στοργικά το λαιμό. Εκείνη σπρώχνει το κλειδί στην πόρτα ήρεμη.

Ανατροπή 

Ζέστη αποπνικτική σε αντίθεση με τον παγωμένο διάδρομο. Ένα δωμάτιο βυθισμένο στο μαύρο χρώμα, βαριές, βρώμικες κουρτίνες, σεντόνια πλυμένα, ωστόσο γεμάτα λεκέδες, μια μικρή, στενή τουαλέτα με έναν προπολεμικό νιπτήρα και μια μεσαιωνική ντουζιέρα. Ένας διακόπτης. Ένα χέρι που τον πιέζει ν’ανοίξει. Της Τζούντ. Όλα πια ντύνονται με έναν υποκίτρινο μανδύα, αποκαλύπτοντας την άσχημη όψη τους. Ένας ψηλός καθρέφτης κολλημένος στη ξεφλουδισμένη ταπετσαρία και οι δύο νέοι. Ένα χαλασμένο πορτατίφ, ένα απαίσιο κάδρο με κέντημα  που προσπαθεί αποτυχημένα να μιμηθεί κάποιο τοπίο.  Ένα τηλεχειριστήριο κλιματιστικού. On. Το κλιματιστικό ανοίγει και κάνει έναν περίεργο θόρυβο, σαν χαλασμένο κουρδιστήρι.

Ο Παύλος περνά τόσο γρήγορα από μπροστά του που η αντανάκλασή του δεν προλαβαίνει καν να σχηματιστεί, έτσι όπως έχει μείνει να τον χαζεύει η Τζούντυ. Τα μάτια της είναι πρησμένα σαν να έκλαιγε ώρες, το φως αυτό ασχημαίνει ακόμα και εκείνη. Τεράστιοι μαύροι κύκλοι, ένα σπυράκι στο μέτωπο, ταλαιπωρία και κούραση. Ο Παύλος έχει ξαπλώσει πάνω στα σκεπάσματα του κρεβατιού και κοιτάζει το ταβάνι, με τα χέρια πίσω απ’ το κεφάλι του, τα παπούτσια του ακόμα φορεμένα στα ποδιά του.

-Δε θα μπούμε για μπάνιο; τον ρωτάει απορημένη εκείνη.

-Πιο μετά, της απαντά, εξάλλου θα βγούμε πιο βρώμικοι από εκείνη την άθλια ντουζιέρα. Έλα τώρα να σε πάρω αγκαλιά, της λέει και της απλώνει τα χέρια, καλώντας της σε εκείνον.

Εκείνη σχεδόν σέρνει τα πόδια της μέχρι να φτάσει κοντά του.Δεν αντέχει άλλο τα παπούτσια, τα πρησμένα πόδια της την παρακαλάνε να απαλλαγεί άμεσα από το μαρτύριο τους. Και αυτό κάνει. Στέκεται στην άκρη του κρεβατιού και βγάζει ένα ένα τα αθλητικά της παπούτσια. Ο Παύλος την παρατηρεί με θαυμασμό, στα μάτια του λάμπει ακόμα και αυτή τη στιγμή ο πόθος, η έλξη, η μόνιμη και ακατανίκητη ανάγκη να είναι μέσα της, να είναι μαζί της.

Πέφτει πάνω του με φόρα. Γελάνε για λίγο και μετά σοβαρεύουν. Κοιτιούνται στα μάτια. Όλα τα άλλα παγώνουν, όλα χάνονται τριγύρω. Είναι σε ένα παλάτι γεμάτο χρυσό την ώρα που τα βλέμματά τους συμπέφτουν. Ξαπλωμένοι στο τεράστιο βασιλικό κρεβάτι τους με τις αέρινες κουρτίνες γύρω του, τους τεράστιους πολυέλαιους να κρέμονται λίγα μέτρα πιο πέρα. Είναι ο πρίγκιπάς της και εκείνη η πριγκίπισσα, που δε χρειάζεται να του ζητήσει να της υποσχεθεί ότι δε θα την πληγώσει, δε θα της φερθεί άσχημα, ότι θα την προσέχει πάντα. Υπάρχει μια ευγενική εντιμότητα σε αυτό το βλέμμα. Είναι από μόνο του υπόσχεση και εγγύηση για το αύριο, το άγνωστο αύριο που την τρομοκρατεί.

Πλέκει τα δάχτυλά της μέσα στα δικά του. «Χάιδεψέ μου τα μαλλιά» του προστάζει και εκείνος υπάκουος, σαν αεράκι δροσερό αρχίζει να φυτεύει δέντρα και να προσθέτει λαγούς και νεράιδες μέσα στο αχανές δάσος των μαλλιών της.

-Ξέρεις τι σκέφτομαι; του λέει.

-Τι; τη ρωτάει εκείνος ενώ δε σταματά λεπτό να τη χαϊδεύει. Τα δάχτυλά του έχουν κατέβει στο μέτωπό της και το πιέζουν ελαφρά, χαλαρωτικά.

-Σκέφτομαι πως ακόμα και αν δεν τα καταφέρουμε. έχουμε ήδη καταφέρει πολλά. Έτσι δεν είναι;

-Έτσι είναι ματάκια μου. Έχεις καταφέρει πολλά, της λέει. Και είμαι περήφανος για σένα.

Ακολουθεί ένα φιλί στα χείλη, Κλείνει τα μάτια της για να το γευτεί σε όλη του την έκταση. Αυτά τα χείλη, λες και έχουν επινοηθεί για να συμπληρώνουν τα δικά της, να είναι πάντα ενωμένα, συνταιριασμένες προεκτάσεις των ψυχών τους.

Η πόρτα χτυπά δυνατά. Κοιτάζονται απορημένοι.

-Ποιος να είναι τέτοια ώρα;

-Είναι να μη βρεθούμε κάπου μόνοι οι δυο μας. Πάντα κάποιος θα χτυπάει την πόρτα να μας τη σπάσει, χαζογελάει ο Παύλος.

Του ρίχνει ένα άγριο βλέμμα, θυμίζοντάς τους πως δεν αντέχει τις χαζομάρες του κάτι τέτοιες στιγμές. Αλλά μετά γλυκαίνει. Τις λατρεύει ακόμα και αυτές κατά βάθος.

Η πόρτα δέχεται ένα χτύπημα ακόμη πιο δυνατό, το τράνταγμα σείει σχεδόν ολόκληρο το δωμάτιο . «Αστυνομία» συνοδεύει μια αντρική φωνή το χτύπημα αυτή τη φορά και η Τζούντυ κοιτάζει στα μάτια το αγόρι της. Τα μάτια του είναι θολά, σχεδόν βουρκωμένα.

Προτελευταία πράξη

Ένα αυτοκίνητο σταθμεύει στο πάρκινγκ του μοτέλ με τη μουσική στη διαπασών. “You said I was the most exotic flower, holding me tight in our final hour” τραγουδά η Lana del Rey και καλύπτει τον ήχο των χτυπημάτων. «Ανοίξτε, σας παρακαλώ» η φωνή επανέρχεται πιο έντονη και η Τζούντυ με τον Παύλο έχουν σηκωθεί χωρίς να αγγίζονται πια. Ο ένας απέναντι στον άλλο. Ξαφνικά απέναντι. Με χιλιάδες ερωτηματικά ανάμεσά τους. Με την ευγένεια στο βλέμμα να έχει εξανεμιστεί.

«Μου κρύβεις κάτι; Εσένα ψάχνουν; Ή μήπως τους έβαλαν οι γονείς μας; Να δήλωσαν την εξαφάνισή μας;»

«Όχι, δεν τους έβαλαν οι γονείς μας. Μάλλον ήρθαν για μένα» της λέει και αρχίζει και κλαίει. «Θα το καταλάβαινες κάποια στιγμή, αργά ή γρήγορα» συνεχίζει και ξεσπά σε λυγμούς.

«Ποιο πράγμα θα καταλάβαινα Παύλο; Τι συμβαίνει γαμώτο; Δεν καταλαβαίνω τίποτα; Είσαι μπλεγμένος σε κάτι;»

Εκείνος δε μιλά πια. Είναι κατάχλωμος και τα μάτια του παραμένουν βουρκωμένα.

«Ανοίξτε, διαφορετικά θα μπούμε μέσα με τα κλειδιά που έχουμε. Δεν υπάρχει λόγος να φοβάστε» η φωνή έξω από την πόρτα τους ενημερώνει, πιο ήρεμη αυτή τη φορά. Αλλαγή στρατηγικής.

«Άνοιξέ τους» την παροτρύνει ο Παύλος, ακίνητος, αγέλαστος, χωρίς να προσθέσει κάποια από τις χαζομάρες του που πάντα ελάφρυναν τις τόσο δύσκολες καταστάσεις.

Η Τζούντυ τον κοιτάζει, τρέμει από τον φόβο της, τρέμει για το τι πρόκειται να συμβεί. Να έκλεψε τον πατερά του; Να έχει παρτίδες με ναρκωτικά; Παίρνει τα κλειδιά από το σκεπασμένο στη σκόνη κομοδίνο. Κατευθύνεται προς την πόρτα, εκείνος πίσω της παγωμένος, όπως ακριβώς τον άφησε. «Ένα λεπτό, δώστε μου. Ήμουν στο μπάνιο» τους λέει και επιστρέφει πίσω στον Παύλο. Τον αγκαλιάζει σφιχτά, όσο πιο σφιχτά μπορεί. Αρχίζει να κλαίει σαν μικρό παιδί, το σώμα του είναι ψυχρό και τα δάκρυα στα μάγουλά της καυτά. Όλα αντιφατικά στο μυαλό της, οι αισθήσεις, οι σκέψεις, τα αισθήματα.

«Φύγε, άνοιξε το παράθυρο και πήδα. Αν έχεις κάνει κάποια βλακεία, τρέξε μακριά. Θεέ μου τι λέω, τα έχω χαμένα. Παύλο, τι έχει συμβεί;»

«Δεν έχω να πάω πουθενά, μ’ ακούς; Σου υποσχέθηκα, δε θα σ’ αφήσω ποτέ. Η θέση μου είναι εδώ, δίπλα σου».

Ακούει τα κλειδιά στην πόρτα να μπαίνουν. Μαζί με τους ψίθυρους των αστυνομικών διακρίνει και την απωθητική φωνή του ρεσεψιονίστ. Τρέχει προς την πόρτα σκουπίζοντας το πρόσωπό της. Η πόρτα ανοίγει και οι δύο αστυνομικοί προβάλουν σοβαροί και ανέκφραστοι.

-Είστε καλά δεσποινίς; τη ρωτάνε και ο ένας από τους δύο, ο νεαρότερος, απλώνει το χέρι του για να την ακουμπήσει στον ώμο, όμως το ξαναμαζεύει.

-Μια χαρά. Τι ακριβώς έχει συμβεί; Έχει να κάνει με εμάς;

-Με εσάς;

-Μ’ εμένα και το αγόρι μου. Εμάς ψάχνετε ή υπάρχει κάποιο θέμα που ερευνάτε σχετικά με το μοτέλ;

Οι άντρες κοιτάζονται με βλέμμα απορίας και μετά στρέφονται στο ρεσεψιονίστ που σηκώνει τους ώμους του ψηλά.

-Το αγόρι σας είναι ο Παύλος Δημητρίου, έτσι δεν είναι; τη ρωτάει ο νεαρός με το καστανό μουστάκι.

-Γιατί δε ρωτάτε τον ίδιο; τους απαντά και στρέφει το κεφάλι της προς τα πίσω. Το δωμάτιο είναι άδειο. Ούτε το backpack του Παύλου φαίνεται πουθενά, ούτε εκείνος. Η κουρτίνα είναι άθικτη, το παράθυρο πίσω της κλειστό. Αναρωτιέται πότε πρόλαβε να το σκάσει, ή αν κρύφτηκε κάτω από το κρεβάτι. Αποφασίζει να το παίξει ανήξερη. «Θα έφυγε όσο ήμουν στη τουαλέτα, τον θέλετε για κάτι συγκεκριμένο;».

Εκείνοι πάλι την κοιτάζουν σαν να έχουν απέναντί τους ένα μικρό κορίτσι πρώτης δημοτικού που δεν ξέρει τι λέει.

«Βασικά, ψάχναμε εσάς».

«Εμένα; Θέλετε να πείτε ότι δεν αφορά στον Παύλο;»

«Αφορά πρωτίστως εσάς. Έχει σχέση με την υγεία σας, δεν ξέρω πώς να σας το θέσω. Από λεπτό σε λεπτό θα έρθει και κάποιος άνθρωπος από το νοσοκομείο για να σας βοηθήσει».

«Δε βγάζω άκρη απ’ όσα μου λέτε. Την υγεία μου, τι έχω; Ποιος σας έχει βάλει, οι γονείς μου; Σας αράδιασαν ψέματα, ότι κάτι έχω; Ότι χρειάζομαι την αγωγή μου, έτσι δεν είναι; Και ότι με απήγαγε ο φίλος μου; Πείτε μου, τι με κοιτάτε έτσι σαν ηλίθιοι;» τους φωνάζει νευριασμένη χωρίς να έχει συνειδητοποιήσει σε ποιους μιλάει και με τι τόνο. Ξαφνικά νιώθει πως δεν μπορεί να αναπνεύσει, μια σκοτοδίνη μαυρίζει τα πάντα μπροστά της, η καρδιά της νομίζει πως θα σταματήσει.  Τα πόδια της δεν την κρατάνε άλλο. Λυγίζουν. Σκοτάδι.

Παντού

Ο Παύλος είχε σκοτωθεί. Είχε σκοτωθεί από εκείνο το φορτηγάκι που εκείνη νόμισε πως γλίτωσαν και οι δυο. Μα είχε γλιτώσει μόνο εκείνη. Μετά τον ελιγμό που πρόλαβε να κάνει, δε θυμόταν καν τον ήχο της σύγκρουσης, δε γύρισε να κοιτάξει πίσω της. Γιατί συνέχιζε να τον βλέπει να κάνει ποδήλατο δίπλα της. Γιατί εκείνος ήταν μαζί της. Κατάσταση σοκ; Παράνοια; Θαύμα; Εκείνη τον έβλεπε. Τον άγγιζε, του μιλούσε. Μπορούσε να κάνει έρωτα μαζί του, να νιώσει κάθε εκατοστό της ύπαρξής του μέσα της. Ποιας ύπαρξης; Αφού το σώμα του είχε μείνει χιλιόμετρα πιο πίσω. Πώς ήταν δυνατό; Για εκείνην υπήρχε.

Πέντε μήνες θεραπείας. Για να την πείσουν πως δεν τον έβλεπε, πως ο Παύλος δεν ήταν πια μαζί της. Στην αρχή αντιδρούσε, τους φώναζε, τους έλεγε «μα είναι πίσω σας και σας κοροϊδεύει», μα εκείνοι δεν τον έβλεπαν. Και ήρθαν οι φαρμακευτικές αγωγές, ο γιατρός που την ανέλαβε και οι γονείς της τις θεώρησαν αναγκαίες. Εκεί κατάλαβε πια πως οι άλλοι γύρω της δεν ανησυχούσαν απλά, αλλά τη θεωρούσαν τρελή. Και έπαιξε το παιχνίδι τους. Προσποιούταν πως ακολουθούσε τη θεραπεία πιστά και πως είχε πάψει να τον βλέπει. Χάπια πεταμένα στην αποχέτευση και λόγια πεταμένα στον αέρα. 

Γιατί ο Παύλος ήταν εκεί τα βράδια. Την έπαιρνε αγκαλιά, τη νανούριζε, τη χάιδευε. Δεν την πείραζε πια που τον έβλεπε μόνο εκείνη. Εξάλλου μόνο για εκείνη τον ήθελε. Να είναι δικός της, να είναι κατάδικά της όσα μοιραζόταν μαζί του. Έτσι αόρατα, μαγικά, όπου βρισκόταν εκείνη, παντού συνέχιζε να ζει και εκείνος.

                                                                              ***

Η Τζούντυ πέθανε στον ύπνο της στην ηλικία των εβδομήντα πέντε. Είχε ήδη προλάβει να γυρίσει με ποδήλατο τριάντα δύο χώρες. Εφημερίδες, περιοδικά, τηλεόραση ασχολήθηκαν  με τα επιτεύγματά της. Πέθανε ανύπαντρη, σε ένα διπλό κρεβάτι. Χωρίς να έχει κάνει παιδιά. «Τι νόημα είχαν τόσα ταξίδια αφού τα ζούσε μόνη της;» είπαν κάποιοι κακεντρεχείς. «Δύσκολο πράγμα να πεθαίνεις μόνος» είπαν μερικοί άλλοι.

                                                                              ***

 Δυο καλές της φίλες ανέλαβαν τον άχαρο ρόλο να ψάξουν στα συρτάρια της φωτογραφία για το μνήμα της. Τις έχουν αραδιάσει πάνω στο καναπέ και η μικρή εγγονή της μιας, κάθε τόσο μπλέκει στα πόδια τους και τις ενοχλεί.

-Γιαγιά, ποιος είναι αυτός ο κύλιος δίπλα στη γιαγιά Τζούντυ;

-Ποιος κύριος, καλό μου παιδί;

-Αυτός ο κύλιος πάνω στο ποδήλατο.

-Για να δω, λέει απορημένη η γιαγιά της και βγάζει τα γυαλιά της για να τα καθαρίσει πάνω στην μπλούζα της. Τα ξαναφοράει και μετακινεί τη φωτογραφία μπρος πίσω για μερικά δευτερόλεπτα.

-Θάμνος είναι βρε, πίσω από το ποδήλατο της Τζούντυ, τι φαντασία έχει αυτό το παιδί; απευθύνεται στη φίλη της και γελάνε και οι δύο δυνατά.

-Μα δε λέω τον θάμνο βλε γιαγιά. Τον κύλιο αυτό λέω με τα μαύρα μαλλιά που κάνει ποδήλατο δίπλα στη γιαγιά Τζούντυ, επιμένει το παιδί.

Η γιαγιά ξαναπαίρνει τη φωτογραφία στα χέρια της. Αναρωτιέται σε ποια χώρα έχει τραβηχτεί, μοιάζει σχεδόν επαγγελματική. Ίσως την τράβηξε κάποιος δημοσιογράφος που εκείνη την περίοδο αρθρογραφούσε για τα ταξίδια της διάσημης φιλενάδας της. Η φίλη της οδηγεί με το στόμα ανοιχτο, σαν να μιλάει σε κάποιον, χαρούμενη, χαμογελαστή όπως την ήξερε πάντα.

-Δε βλέπω κανέναν κύριο.  Η γιαγιά έχει δουλειά, πήγαινε να παίξεις τώρα, του προτείνει και αφήνει τη φωτογραφία στο πλάι, να βρει καταφύγιο άναμεσα στις υπόλοιπες.

                                                                                 ΤΕΛΟΣ