Φέτα πορτοκάλι (*) Διήγημα

Ο ουρανός είναι μαύρος και σήμερα. Αλλά δε θα βρέξει. Τα σύννεφα είναι καταδικασμένα να φέρουν αυτό το φορτίο. Να σκιάσουν και αυτή τη μέρα. Να την κάνουν να φανεί πιο μαύρη. Να την κάνουν να φανεί όπως είναι.
Το σπίτι της οικογένειας Νέλσον στη μικρή επαρχία είναι ξύλινο. Εύκολο να καεί, να γίνει στάχτες και σκόνη. Η Ντόροθυ Νέλσον έχει κολλημένο το κεφάλι της στο τζάμι και παρατηρεί. Το πρόσωπό της είναι σκοτεινό, τόσο σκοτεινό που θα μπερδευόταν κανείς αν εκείνη αντανακλά τη μαυρίλα της συννεφιάς ή τα σύννεφα τη δική της. Ξαφνικά μια μικρή κραυγή. Την πνίγει σύντομα για να μη γίνει αντιληπτή. Η μητέρα της έχει καταλάβει πως κάτι καλό θα συμβεί. Ο πατέρας της κρατά στην αγκαλιά του τον μικρό της αδελφό, τον Όλιβερ, και η αδελφή της, η Μέλανι, την πλησιάζει και την πιάνει από το φουστάνι της.
Ένα μικρό πορτοκάλι έχει γλιτώσει από τις λεηλασίες των προηγούμενων ημερών και στέκεται κρυμμένο στα κλαριά μιας πορτοκαλιάς στην άκρη του κήπου. Ό,τι είναι να γίνει, πρέπει να γίνει γρήγορα. Θα το κάνει εκείνη, έχει δει τον πατέρα της να το κάνει. Θα είναι γρήγορη, δεν έχει νόημα να το παίξει αδιάφορη. Όλοι θα ξέρουν γιατί βγήκε έξω. Μόνο γρήγορη.
Δεν ενημερώνει τους δικούς της. Ανοίγει την πόρτα και η μικρή Μέλανι αυτομάτως πηγαίνει και την κρατάει, έτοιμη να την κλείσει αν χρειαστεί. Η Ντόροθυ τρέχει, τρέχει και οι υπόλοιποι έξω από την αυλή την έχουν ήδη μυριστεί. Σκαρφαλώνουν τα κάγκελα αργά, μήπως προλάβουν να αντιληφθούν πρώτοι την κατεύθυνση του κοριτσιού. Τα μάτια τους πέφτουν πάνω στο πορτοκάλι και η απόκτησή του είναι πλέον θέμα ταχύτητας. Το αποστεωμένο χέρι της Ντορόθυ το αγγίζει πρώτο, βάζει όση δύναμη της έχει απομείνει και το κόβει. Μίση νίκη. Μίση ζωή.
Το τσούρμο με τους πεινασμένους πίσω της είναι έτοιμο να την κατασπαράξει. Όσο το κρατάει στα χέρια της η ζωή της κινδυνεύει. Ο πατέρας της έχει ανοίξει το παράθυρο και της κάνει νόημα να το πετάξει. Αν αστοχήσει, αν το πορτοκάλι για τον οποιοδήποτε λόγο βρεθεί στο χώμα, θα είναι μια μικρή συμφορά. Ίσως και μεγάλη, πέντε στόματα περιμένουν να τραφούν από αυτό.
Το πετάει. Τώρα ο κίνδυνος αφορά άλλο πρόσωπο. Ο πατέρας της βιαστικά προσπαθεί να κλείσει το παράθυρο και το πλήθος έχει στραφεί σε εκείνον. Η Ντόροθυ δεν έχει καμία αξία χωρίς τον πορτοκαλή καρπό. Ένα παιδί έχει προλάβει να περάσει το κορμί του ανάμεσα στα δύο φύλλα του παραθύρου. Ο πατέρας της αδυνατεί να το σπρώξει. Είναι δυνατό, είναι πεινασμένο. Αποφασισμένο να δώσει μάχη για τη ζωή του. Πέφτει στο εσωτερικό του σπιτιού. Η μητέρα της κοιτάζει χαμένη, αποφασίζει μέσα στον πανικό της να κλείσει το παράθυρο για να μην μπουν και άλλοι. Η Ντόροθυ αναρωτιέται αν θα βρει ακόμα ανοιχτή την πόρτα, αλλά τη στιγμή που το παράθυρο κλείνει, η αυλή ξαφνικά αδειάζει, όπως το νερό που χύνεται από έναν πεσμένο κουβά. Ανενόχλητη επιστρέφει στην κύρια είσοδο που την περιμένει με αγωνία η μικρή της αδελφή.
Αντικρίζει τον πατέρα της να προσπαθεί να ξεκολλήσει από το πόδι του τον γαντζωμένο μικρό. Εκείνος τον δαγκώνει, δεν πρόκειται να τον αφήσει αν δεν του δώσει να φάει. Η μητέρα της ψάχνει βιαστικά στα κουζινικά για ένα μαχαίρι. Το βγάζει και απειλεί τον «εισβολέα» ότι θα του επιτεθεί αν δεν αφήσει τον άντρα της. Ο μικρός αδελφός της Ντορόθυ αφημένος στην παιδική του καρέκλα αρχίζει και κλαίει. Ο πατέρα της κάνει μια απότομη κίνηση και το σώμα του μικρού παιδιού ξεκολλά από το πόδι του και βρίσκεται με ορμή πεσμένο στον απέναντι τοίχο. Μένει ακίνητο με το κεφάλι πεσμένο και μετά από λίγα δευτερόλεπτα το βρώμικο μπλουζάκι του παιδιού βάφεται βυσσινί, αίμα και βρωμιά, σαν τη βρωμιά που τους οδήγησε σε αυτό το άθλιο σήμερα.
«Τι έκανες;» αρχίζει να τσιρίζει η Ντόροθυ. «Πατέρα, τι έχεις κάνει;»
Εκείνος μένει για λίγο σιωπηλός και μετά της απαντάει ψυχρά «αυτό που έπρεπε». Προστάζει τη γυναίκα του να κόψει το πορτοκάλι γρήγορα σε πέντε φέτες και μετά τους υποχρεώνει να τις φάνε άμεσα. Το πτώμα του μικρού παιδιού συνεχίζει να βρίσκεται στο δωμάτιο της κουζίνας. Η γεύση του εσπεριδοειδούς στα στόματα όλων είναι αγγελική, είναι η αποψινή τους σωτηρία. Στα στόματα όλων, εκτός από της Ντόροθυ που αναγκάζεται να το μασάει τάχα χαρούμενη μπροστά στα μάτια του πάτερά της που την καρφώνουν.
«Τώρα, πάρτε “αυτό” από εδώ μέσα» λέει σε εκείνη και την αδελφή της δείχνοντας το άψυχο κορμάκι που έχει σωριαστεί. Τον υπακούν χωρίς δεύτερη κουβέντα, είναι και εκείνος πλέον ανάμεσα σε όσα φοβούνται. Στη μικρή «επιτάφια» πορεία που ακολουθεί η Ντόροθυ συγκρατείται για να μην κλάψει. Δεν την αντέχει άλλο αυτήν την κατάσταση, όχι άλλο έτσι, όχι έτσι. Οι άνθρωποι έχουν πετάξει τις ανθρώπινες προβιές τους και έχουν μείνει λύκοι και θηρία, αρπακτικά από κάτω. Αιτία και αποτέλεσμα ήταν πια ένα, κανείς δε θα θυμόταν σε λίγο από πού ξεκίνησε το κακό. Γιατί το κακό τους είχε κατακλύσει, το κακό ήταν μέσα τους, το κακό ήταν οι ίδιοι.
«Πήγαινε μέσα και έρχομαι» λέει στην αδελφή της, όταν έχουν αφήσει το πτώμα του παιδιού έξω από την αυλή, στο σωρό με τα υπόλοιπα πτώματα. Σκέφτεται την τραγικότητα της κατάστασης, πως λίγα λεπτά πριν όλοι ασχολούνταν με εκείνη γιατί κρατούσε στα χέρια της τροφή, ενώ τώρα που κρατούσε έναν νεκρό δεν ασχολούταν κανείς. «Θα μας σκοτώσει αν δεν έρθεις μαζί μου». Το εννοεί, τις άλλες φορές η μικρή το έλεγε χωρίς να το πιστεύει, αυτή τη φορά όμως οι λέξεις έχουν άλλη βαρύτητα. «Μέλανι, πήγαινε μέσα, σε ένα λεπτό θα είμαι πίσω. Πες του ότι ζαλίστηκα, το βλέπεις και εσύ, κανείς δεν πρόκειται να με πειράξει». Αναγκάζεται να συμβιβαστεί χωρίς της θέλησή της και με αργά βήματα επιστρέφει μέσα. Ακούγονται φωνές από την ανοιχτή πόρτα, προφανώς ενημερώνει τον πατέρα της για την αργοπορία της Ντόροθυ. Μετά από λίγο η Μέλανι επιστρέφει στη μισάνοιχτη πόρτα και το κεφάλι της προβάλει με ένα βλέμμα προσμονής ζωγραφισμένο πάνω του.
Η Ντόροθυ ξέρει πως αυτή η φέτα πορτοκαλιού μπορεί να σήμαινε μια μέρα ζωής παραπάνω, ίσως και δύο. Όμως δεν την αντέχει μέσα της, όχι μια φέτα βαμμένη με αίμα. Δε χρειάζεται να το μάθει κάποιος, ειδικά ο πατέρας της, δε χρειάζεται να κατηγορηθεί για αχαριστία. Με την πλάτη γυρισμένη, βάζει το δάχτυλό της βαθιά στο στόμα και προκαλεί έναν μικρό εμετό. Προσπαθεί ξανά, αλλά μάταια. Δεν υπάρχει κάτι άλλο εκτός από απελπισία να βγει από μέσα της. Με την παλάμη της σκουπίζει το στόμα της και γυρνάει πίσω. Η Μέλανι την υποδέχεται και κλείνει πίσω της την πόρτα. Ο πατέρας της από συνήθεια και μόνο πλένει τα χέρια του με το λασπωμένο νερό της βρύσης. Την κοιτάζει. Εκείνη σκέφτεται τις μέρες που φύτευαν μαζί τις πορτοκαλιές στον κήπο τους, τις είχε φέρει εκείνος με το φορτηγάκι του. Μια μέρα που όλα έμοιαζαν χρυσά κάτω από τον έντονο ήλιο. Οι αξίες τους, τα χαμογέλα τους, εκείνοι. Όλοχρυσοι. Ένα αυθόρμητο χαμόγελο σχηματίζεται από τη σκέψη αυτή στα χείλη της. Ο πατέρας της που τη βλέπει, λιγότερο ανήσυχος από πριν, της χαμογελάει και εκείνος.

Τσου (*) Διήγημα

Πρωτοχρονιά. Ο καινούριος χρόνος είναι ακόμη βρέφος που πασχίζει να αναπνεύσει μετά από το κλάμα της γέννας του, ένα κλάμα που πήρε μορφή μέσα από πυροτεχνήματα, φωνές και χειροκροτήματα. Καινούριος χρόνος. Ένα βρέφος μόνο λίγων ωρών.

Το μπαρ είναι στολισμένο λιτά, μια γιρλάντα με φωτάκια, σαν βόας που τρύπωσε στα κλεφτά ανάμεσα στα ποτά, και τίποτα άλλο. Τρεις πελάτες όλοι και όλοι και ο μπάρμαν. Χαμογελαστός, με ένα εφαρμοστό μπλουζάκι να δικαιώνει τις ώρες που ξοδεύει στα γυμναστήρια και τατουάζ που καλύπτουν και τα δυο του χέρια, μανίκια σκαλισμένα με δεξιοτεχνία στο νεανικό του δέρμα. Το χαμόγελο του γίνεται ακόμη πιο μεγάλο, όταν μπαίνει μέσα εκείνη, η σαραντάρα «φίλη» του, η Μένη. Μια φιλία που δημιουργήθηκε εκεί μέσα και πεθαίνει εκεί, κάθε βράδυ που θα αποχωρήσει μεθυσμένη μόνη της ή με τη συνοδεία κάποιου αγροίκου θαμώνα.

«Χρόνια πολλά, αγάπη» του λέει και εκείνος σκύβει το κεφάλι του ανταποδίδοντας βουβά τις ευχές της. «Το κλασικό, έναν Γιάννη με δύο πάγους» συνεχίζει, λες και αναφέρεται σε κάποιον υποθετικό  Γιάννη με δύο μικρά παγόβουνα κολλημένα πάνω του. Ακουμπάει το μαύρο τσαντάκι της στον πάγκο και επιδέξια κάθεται στο ψηλό σκαμπό αφήνοντας τα γυμνά, μακριά της πόδια να αποτελέσουν δόλωμα στα βλέμματα των αντρών.   Εκείνος  παίρνει το μπουκάλι του ουίσκι με το αντίστοιχο όνομα, γραμμένο πάνω του στα αγγλικά, και αφήνει το περιεχόμενό του να χυθεί με μαεστρία στο κρυστάλλινο ποτήρι, χωρίς καν να το βλέπει.

Τον ξέρει χρόνια τον Πάνο, μπάρμαν από τα δεκαεννιά του στο ίδιο μπαρ, τώρα εικοσιπεντάρης, κουρασμένος από τη νύχτα, κουρασμένος από τις μουσικές και τον καπνό που πεθαίνουν αδύναμοι στο φως  του ξημερώματος.  Εκείνη σαραντάρα πια, με το δικτυωτό καλσόν να κολακεύει τους γυμνασμένους της μηρούς, με τα δίχτυα της σκέψης της να έχουν σκαλώσει στον εραστή της που την εγκατέλειψε.

«Τέτοια μέρα εδώ; Σε άδειασε το αμόρε;»

«Εσύ τι να πεις, μωρό μου;  Που,αντί να κάνεις αλλαγή χρόνου με τους δικούς σου, ξέμεινες σε αυτό το κατώι!»

Δείχνει να μην τον νοιάζει. Νιώθει σπίτι του εκεί μέσα, νιώθει ασφαλής.

«Ναι, αλλά αν δεν ξέμενα εδώ, ποιον θα έβρισκες τώρα, ε; Εξάλλου, εδώ δεν είμαι ποτέ μόνος, οι γιορτές εκεί έξω είναι τρομαχτικές» της ανακοινώνει και βάζει να πιει και εκείνος ένα ποτήρι για να τη συνοδεύσει. «Άσε τα δικά μου, ξέρω γιατί ήρθες. Δεν είχες σε ποιον να μιλήσεις και σκέφτηκες τον Πανούλη. Την εύκολη λύση, έτσι;»

«Πάνο, μην παίζεις με τον πόνο μου. Τον αγαπώ, σου λέω. Μ’ ακούς, ρε, Πάνο; Μη με κοιτάς βαριεστημένα, σαν να σου λέω κανένα ξενέρωτο ανέκδοτο. Τον αγαπώ τον ηλίθιο. Και όμως δε γύρισε, δε γύρισε χτες. Πήγε με την άλλη, την άσχημη, την ξενέρωτη, την κοντή. Που έχει μια μύτη πάπιας.  Πες μου τι της βρήκε. Πες μου τι. Δηλαδή, λίγα του έδωσα; Ό,τι μου ζητούσε το είχε, τα πάντα του έδωσα, τα πάντα».

Την ακούει με την προσοχή του εξομολόγου, σιωπηλός, με τα χέρια στερεωμένα στον πάγκο. Εκείνη κουνάει τα χέρια της σαν να απευθύνει προεδρικό λόγο σε ένα τεράστιο κοινό, μιλάει δυνατά, τα πάντα πάνω της είναι πομπώδη, από το βάψιμο μέχρι τη χροιά της φωνής της.

«Κοριτσάκι, σύνελθε όμως. Τρεις και λίγο με τον κάθε μαλάκα» προσπαθεί να τη συνετίσει ο Πάνος βλέποντας τη σχεδόν έτοιμη να δακρύσει μιλώντας για έναν τύπο που γνωρίζει μόλις μια βδομάδα.

«Δε θέλω να συνέλθω. Δεν είναι ότι δεν μπορώ, δε θέλω.  Δε θέλω να τον χάσω και αυτόν. Είμαι απελπισμένη νομίζεις; Που είμαι εδώ μαζί σου σε αυτό το κωλόμπαρο και θέλω να φιλοσοφήσω για τον χαμένο μου έρωτα; Εσείς τι νομίζετε; Εσάς λέω! Ναι, εσάς που κοιτάτε! Είμαι το ίδιο απελπισμένη με εσάς;  Εντάξει, μου είπε “μωρό κλείσε, παρκάρω και σε παίρνω” και δεν πήρε ποτέ ξανά. Τo ξέρω ότι πήγε να βρει την άλλη, το ξέρω. Όμως, για μένα εκείνος είναι όλος μου ο κόσμος. Δεν έχεις ιδέα τι σημαίνει να σε κλείνει στα χέρια του, να σου χαμογελάει και τα δόντια του να φωτίζουν τη μέρα σου, να λατρεύεις ακόμη και τα τριχάκια που έχει στα ρουθούνια της μύτης του».

Την κοιτάζει. Αδιόρθωτη, αυτοκαταστροφική, υπέροχη με έναν περίεργο τρόπο. Ντυμένη με το φως του έρωτα που αυτή θέλει να τον ζει, όπως τον ζει. Που και που, έξω από την τζαμαρία περνάνε καλοντυμένοι κύριοι, αγκαζέ με τις κυρίες τους, και ρίχνουν απαξιωτικές ματιές σε εκείνους. Δεν τον ενδιαφέρει. Ας τους θεωρούν μίζερους τους πελάτες του. Εκείνος ξέρει καλύτερα. Η Μένη για παράδειγμα.  Ειλικρινής, αυθεντική, όπως ελάχιστοι γνωστοί του είναι. Εκείνη δε φοβάται να αγαπήσει, δε φοβάται να καταστραφεί, να φερθεί ανόητα, να πληγωθεί, να ζήσει. Τουλάχιστον εκείνη είναι ζωντανή.  Της γεμίζει ξανά το ποτήρι με ουίσκι και της χαϊδεύει το χέρι.

«Αυτό κερασμένο, κοριτσάκι».

«Σε ευχαριστώ, μωρό μου. Πού είχα μείνει; Α, ναι. Εγώ αυτόν τον άνθρωπο ήθελα να τον παντρευτώ. Τι και αν τον ήξερα μια εβδομάδα; Είδαμε και εκείνους που τους ξέρουμε χρόνια, ψωνίζεις από χέρι. Δεν κάναμε απλό σεξ, κάναμε επιστημονική διατριβή, σου λέω. Ήξερε που να με αγγίξει από την πρώτη μέρα, από το πρώτο λεπτό. Και ξέρεις κάτι; Τον έντυσα με προσδοκίες, με αυτές τις γαμημένες προσδοκίες, το παραδέχομαι. Τον φαντάστηκα πατέρα των παιδιών που δεν πρόκειται μάλλον ποτέ μου να κάνω, τον φαντάστηκα να μου φέρνει το πρωινό στο μεγάλο κρεβάτι που δεν πρόκειται πότε μου να έχω. Ενόχλησα κανέναν που έχω βάλει σιλικόνη; Ενόχλησα κανέναν που πηδιέμαι με όποιον βρω; Θα σταματούσα να πηδιέμαι για πάρτη του. Τόσο καλός ήταν, τόσο υπέροχος. Όμως την έβλεπα την άλλη, την πάπια, πως τον περιτριγύριζε. Συνοδεύεται, κυρά μου, δε βλέπεις; Τον τρόμαξε η τόση αγάπη μου, αυτό είναι, δεν έπρεπε να τον αγαπήσω τόσο με το καλημέρα… δεν έπρεπε…»

Ο Πάνος, εντελώς αυθόρμητα, τη χαστουκίζει. Αρκετά δυνατά για να το νιώσει, όχι όμως για να την πονέσει. Ωστόσο, εκείνη ξεσπάει σε λυγμούς, μαύρα ρυάκια γεμίζουν τα μάγουλά της, σαν να βρήκε δίοδο η θλίψη μέσα από τα μάτια της για να βγει προς τα έξω.

«Γιατί το έκανες αυτό ρε, Πάνο; Γιατί;» του λέει μυξοκλαίγοντας και εκείνος, με το θάρρος ενός πραγματικού φίλου, την κοιτάζει στα μάτια, αποφασισμένος να της μιλήσει χωρίς περιστροφές.

«Για να συνέλθεις. Τι ανοησίες είναι αυτές; Πάει αυτός, μας τελείωσε, κοριτσάκι. Ό,τι αξίζει να μείνει στις ζωές μας, θα βρει τον τρόπο του και θα μείνει. To λέει και το ονοματάκι σου. “Mένη”. Θα συνέλθεις τώρα;» της λέει και εκείνη στέκεται απέναντί του βουβή, φαίνεται από τον τρόπο που τον κοιτάζει πως συμφωνεί μαζί του. Ίσως αυτή η αλλαγή του χρόνου να σηματοδοτήσει μια νέα αρχή για εκείνη, ίσως μπορέσει να βρει τη δύναμη και να προσφέρει στον εαυτό της, όσα πραγματικά της αξίζουν.

«Λοιπόν, θα συνέλθεις;» την ξαναρωτάει ο Πάνος που έχει πάει δίπλα της, έτοιμος να την αγκαλιάσει παρηγορητικά.

«Τσου…» του απαντάει τελικά και εκείνος της προσφέρει ένα ακόμη χαμόγελό του. «Αδιόρθωτη» της ψιθυρίζει,  ανοίγει τα μεγάλα του μπράτσα και την κλείνει στην αγκαλιά του.

The coffee book tag (*) Άτυπη συνεντεύξη

Αρχικά να ευχαριστήσω την Κατερίνα με τα παραμυθένια της όνειρα (dreamsofafairytale.wordpress.com) που με προσκάλεσε σε αυτήν την τόση όμορφη διαδικασία απαντήσεων που μου θυμίζει λίγο «δείξε μου το βιβλίο σου, να σου πω ποιος είσαι» και που μου δίνει την αφορμή να πω ένα μεγάλο ευχαριστώ στους ανθρώπους που σιγά σιγά γνωριζόμαστε διαδικτυακά μέσα από τις αναγνώσεις των κειμένων μας, τα σχόλια μας, τη κοινή μας αγάπη για τη γραφή. Σας ευχαριστώ λοιπόν, όλους, έναν έναν. Μου δίνετε αισιοδοξία, μου δίνετε απτές αποδείξεις ότι υπάρχουν άνθρωποι οραματιστές και δυναμικά ρομαντικοί. Και επειδή θα φλυαρήσω κι άλλο, περνώ άμεσα στις δικές μου απαντήσεις.

• Βlack coffee: Για ποια σειρά βιβλίων σας ήταν δύσκολο να μπείτε μέσα στην ιστορία της ενώ είχε σκληροπυρηνικούς οπαδούς;  

Δυστυχώς, δεν έχω διαβάσει καμιά σειρά που ακολουθείται από σκληροπυρηνικούς οπαδούς. Ίσως γιατί και μόνο η λέξη «σκληροπυρηνικός» μου προκαλεί αλλεργία.

• Peppermint mocha: Ονομάστε ένα βιβλίο που γίνεται πιο δημοφιλές κατά τη διάρκεια του χειμώνα ή μιας εορταστικής εποχής του χρόνου.Christmas-Memory

Το «Α Christmas memory» του Truman Capote ( Μια χριστουγεννιάτικη ανάμνηση). Αν και μικρή σε έκταση, η ιστορία είναι συγκινητική και καταργεί τόσο όμορφα τα ηλικιακά όρια. Αγαπημένη και διαβασμένη στα αγγλικά, με πολύ ωραίο αγγλικό λεξιλόγιο για όσους ενδιαφέρονται 🙂

• Hot chocolate: Ποιο είναι το αγαπημένο σου παιδικό βιβλίο;

IMG_0354.480x480-75 b69e422f-04be-4365-9c00-0b3061ed399e_12

Mε πήγε τόσα χρόνια πίσω αυτή η ερώτηση…τόσα χρόνια. Παιδάκι, γύρω στην τρίτη δημοτικού, μόνος μου, με χρήματα που μου έδωσαν οι δικοί μου για τα γενέθλιά μου, πήγα σε ένα μικρό μικρό βιβλιοπωλείο της γειτονιάς και διάλεξα το «ο ΜΦΓ, ο Μεγάλος Φιλικός Γίγαντας»  του αγαπημένου μου Ροάλντ Νταλ. Συγκινούμαι με την ιστορία του, ακόμα και σήμερα, και πρέπει να τονίσω ότι η εικονογράφηση του Quentin Drake συμβάλλει ιδιαίτερα στα όμορφα συναισθήματα που νιώθω κάθε φορά που θυμάμαι τον Μιφιγάμα.  Κοιμάται πια στη βιβλιοθήκη των ανιψιών μου και λέω να πάω να τον ξυπνήσω κάποια στιγμή μετά από αυτή την απάντηση.

• Double shot of espresso: Ποιο βιβλίο σε έκανε να μην σηκωθείς από την καρέκλα σου από την αρχή μέχρι το τέλος.

7039899

Αποφασισμένος να απαντώ όσο πιο αυθόρμητα γίνεται, θα πω πως το βιβλίο που με καθήλωσε όχι στην καρέκλα, αλλά στη γωνία του καναπέ ήταν η «Τερέζα» του Φρέντυ Γερμανού. Όντας στην αρχή της εφηβείας μου, δώδεκα ετών, θυμάμαι ακόμη το ρίγος εκείνο να με διαπερνά, γυρνώντας αχόρταγα τις σελίδες του, προσπαθώντας να κρατήσω κρυφή την έξαψη που μου προκαλούσε η ανάγνωσή του από τα βλέμματα των δικών μου. Το τελείωσα μέσα σε λίγες ώρες και αναλογιζόμενος τι μπορούσε να διεγείρει έναν έφηβο τότε, αναρωτιέμαι αν έχουν αλλάξει τόσο τραγικά οι εποχές ή αν εγώ αποτελούσα εξαίρεση εφήβου.

• Starbucks: Ποιου βιβλίου βλέπεις το όνομά του παντού;

9786185044060_3DΑν και δεν το έχω διαβάσει για να έχω άποψη, ούτε νομίζω πως πρόκειται, η  Σάσα Γκρέι ή  Μαρίνα Ανν Χατζή, μιας και έχει ελληνικές ρίζες, πρώην πορνοστάρ, ηθοποιός και νυν επιχειρηματίας, γνωστή σε εμένα από την εμφάνισή της στη σειρά «Εntourage», έχει καταφέρει μέσα από τις κακές κριτικές και την αρνητική διαφήμιση να προβάλει το βιβλίο της αρκετά, ώστε να είναι το πρώτο που μου ήρθε στο μυαλό. Το χρώμα που έχει χρησιμοποιηθεί για το εξώφυλλό του και η λιτότητά του, τράβηξαν το βλέμμα μου σε όλα τα μεγάλα βιβλιοπωλεία στα οποία παραβρέθηκα τις τελευταίες εβδομάδες. Και ενώ το συγκεκριμένο τυγχάνει προβολής, έστω και αρνητικής, δυστυχώς, καμιά φορά τα πολυτιμότερα βιβλία τα βρίσκεις κρυμμένα ανάμεσα στη σκόνη και στην ανωνυμία, πριν τύχουν της προβολής που αξίζουν.

• That hipster coffee shop: Πείτε ένα βιβλίο από έναν ανεξάρτητο συγγραφέα;

31633-viclio-siatis

Θα πω το «Ας προσέχα» του Δημήτρη Σιάτη που με ανακάλυψε στο twitter, δίνοντάς μου τη δυνατότητα να διαπιστώσω παρατηρώντας τη σελίδα του βιβλίου του ότι έχει προσπαθήσει πολύ μόνος του για την προώθηση του έργου του.  Ελπίζω να μη χρειαστεί να ακολουθήσω το δύσκολο μονοπάτι του  και να βρεθεί ένας οίκος για το δικό μου «παιδί». Και για όλου του κόσμου τα «παιδιά» 😉

• Oops! I accidentally got decaf: Για ποιο βιβλίο περιμένατε περισσότερα;

b114433

«Να σου πω μια ιστορία» του Χόρχε Μπουκάι. Ίσως φταίνε τα εξαιρετικά λόγια που είχα ακούσει, πριν πέσει στα στα χέρια μου το συγκεκριμένο βιβλίο. Ίσως πάλι, γιατί έπεσα στο λάθος της σύγκρισης με τον αγαπημένο μου Irvin Yalom και μέσα μου προσδοκούσα ένα αντίστοιχο επίπεδο γραφής.  Καθαρά θέμα προσδοκιών, το βιβλίο κατά τη γνώμη μου δεν είναι τυχαία best seller.

• The perfect blend: Ποιο βιβλίο ή σειρά σας άφησε απόλυτα ικανοποιημένους αν και γλυκόπικρη;

9789602360095-200-0146813Τα «Εκατό χρόνια μοναξιάς» από τον μοναδικό Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες. Το συγκεκριμένο βιβλίο είναι για μένα ένα βιβλίο που συγκαταλέγω στα τρία καλύτερα που μπορώ να σκεφτώ. Γλυκό, γιατί και αυτό το πήρα με οικονομίες γενεθλίων. Γιατί ήμουν πολύ μικρός για να το καταλάβω, όταν το αγόρασα, και είναι γλυκό να σκέφτομαι πόσο δυσκολεύτηκα να το καταλάβω και πόσο πολύ ζορίστηκα για να το συνεχίσω, χωρίς επιτυχία την πρώτη εκείνη φορά. Γλυκό, γιατί με περίμενε να ωριμάσω, ήταν εκεί σε ένα ράφι και περίμενε. Μέχρι να το ξαναπιάσω και να το λατρέψω. Πικρό, ναι. Γιατί η αλήθεια είναι πικρή. Και το συγκεκριμένο βιβλίο, παρά τη μοναδική πλέξη του φανταστικού με το ρεαλιστικό, είναι ό,τι πιο αληθινό έχω διαβάσει.  Το αίσθημα του πόνου στο στομάχι, όταν το έκλεισα μετά την ανάγνωσή του, του προσωρινού εσωτερικού κενού που πήρε η  «μοναξιά» μιας ολόκληρης γενιάς, ενός λαού, μέσα μου,  δικαιολογούν αυτή τη γλυκιά πίκρα που το συνοδεύει αναπολώντας το.

~Έφτασε η ώρα για το δικό μου coffee book tag! Oπότε, προσκαλώ τους διαδικτυακούς φίλους μου να συνεχίσουν με θάρρος, τόλμη και ειλικρίνεια.

(*) Την ταλαντούχα Βάσια Ακαρέπη, που την ευχαριστώ για την πίστη της στα κείμενά μου και τη στήριξή της με το εξαιρετικό vasiaakarepi.blogspot.com

(*) Τον συνονόματο Χάρη, με τη ρομαντική, δυνατή γραφή του στο fromthebacklights.wordpress.com

(*) Tη Στεφανία, με τα πάντοτε ενδιαφέροντα άρθρα της στο ainafetst.wordpress.com

(*) Την Ελένη, με τα όμορφα και εύστοχα σχόλια της και το myfortysomethingworld.wordpress.com

(*) Όλους τους υπόλοιπους που θα διαβάσετε το κείμενο. Σας ευχαριστώ για όλα και μακάρι να είχα τη δυνατότητα να σας αναφέρω έναν έναν ονομαστικά. Ελπίζω η παρέα αυτή σιγά σιγά να μεγαλώσει. Keep reading. Keep writting.

Η καταδίκη του μονογαμικού (*) Διήγημα

Ένα δυστοπικό διήγημα… (Δυστοπία ονομάζεται η περιγραφή ενός φανταστικού κόσμου απόλυτης δυστυχίας. Όπως οι ουτοπίες, έτσι και οι δυστοπίες αποτελούν προϊόν φαντασίας και χρησιμοποιήθηκαν με την πάροδο του χρόνου για να περιγράψουν ένα αρνητικά θεωρούμενο κοινωνικό ή πολιτικό σύστημα).

Τέλος τρίτου παγκοσμίου πολέμου. Μόντρεαλ. Κυριακή. Βρέχει. Κούφια κτίρια και πλημμυρισμένοι δρόμοι. Οι Πολυγαμικοί μόλις έπιασαν τον Μονογαμικό. Η Μονογαμική πρόλαβε να το σκάσει. Πρόλαβε να τους δει να τον σέρνουν, να τον σέρνουν μέσα στα λασπόνερα, κρατώντας τον από τα μαλλιά. Εκείνος δε φώναζε, δεν ούρλιαζε, δεν παλλόταν. Είχε αφεθεί άψυχος στα χέρια τους. Η απόφαση των Ηγετών είναι σαφής. Οι Μονογαμικοί πρέπει να βρίσκονται και να εξοντώνονται. Αποτελούν τον ύψιστο κίνδυνο όσον αφορά στην υπογεννητικότητα. Και η ανθρωπότητα έχει μείνει λειψή. Έχει ανάγκη από νέο αίμα. Από συνεχή αναπαραγωγή. Η επιλογή ενός συντρόφου και μόνο είναι έγκλημα. Οι Άντρες είναι πολύ λιγότεροι από τις Γυναίκες. Αναλογία 1:200.  Κάθε Άντρας πρέπει να τεκνοποιεί με τουλάχιστον είκοσι γυναίκες. Ρητά. Με αποδείξεις. Με ενυπόγραφες δηλώσεις των εκάστοτε Γυναικών ότι  το παιδί είναι δικό του και ακόλουθη εξέταση DNA, όταν το παιδί γεννηθεί. Έχει δέκα χρόνια διορία. Διαφορετικά θα έχει την ίδια τύχη με τους Μονογαμικούς. Το πολύτιμο σπέρμα του θα αφαιρεθεί όσες φορές είναι αναγκαίο (με όποιο τρόπο) και μετά θα θανατωθεί.

Τον έχουν φέρει μπροστά στην κρεμάλα που πρόχειρα έχει στηθεί στη μέση του δρόμου. Καμιά εκατοντάδα Πολυγαμικών έχει συγκεντρωθεί να παρακολουθήσει το θέαμα. Ανάμεσά τους, τέσσερις πέντε Μονογαμικοί που σφίγγουν τα δόντια, που τα μάτια τους έχουν βουρκώσει, όμως η βροχή τούς προστατεύει απ’ το να γίνουν στόχος. Η Μονογαμική πλησιάζει το πλήθος. Δεν αντέχει να είναι μακριά του. Ψάχνει να βρει έναν τρόπο να τον σώσει, ελπίζει στο θαύμα. Πως μια ομάδα Μονογαμικών θα εμφανιστεί από το πουθενά και θα επιτεθεί, όπως είχε συμβεί πριν ένα χρόνο στο Σικάγο. Όμως τίποτα. Καμιά κίνηση, καμιά αντίδραση από πουθενά. Τίποτα δεν προμηνύει την αλλαγή. Όλα θα γίνουν σύντομα. Όλα. Και εκείνη ξέρει. Ξέρει πως αργά ή γρήγορα θα αναγκαστεί  να συνευρεθεί με όποιους την επιλέξουν. Είναι υποχρεωμένη να το κάνει, αν φέρουν τα διαπιστευτήρια των Ηγετών ότι είναι ελεγμένοι και απολύτως υγιείς. Θα γίνει Μητέρα όσες φορές μπορέσει. Αν έχει την ατυχία να γεννήσει κορίτσια, δε θα τα ξαναδεί μετά τη γέννα. Ένας είναι ο μοναδικός στόχος. Αύξηση των Άντρων. Και μόνο. Όλοι οι αποκλίνοντες είναι καταδικασμένοι.  Ομοφυλόφιλοι, Μονογαμικοί και Απέχοντες, όλοι θα βρουν το θάνατο, εφόσον δηλώσουν στους Πολυγαμικούς την πραγματική τους ταυτότητα, εφόσον η δραστηριότητα τους στην αναπαραγωγή είναι μηδενική. Όσοι δε συντελούν στην επίτευξη του σκοπού των Ηγετών είναι ήδη διαγραμμένοι από τη λίστα των ζωντανών.

Έτσι και ο δικός της Μονογαμικός. Που πριν του περάσουν τη θηλιά στο κεφάλι, αρχίζει να φωνάζει, να φωνάζει για να τον ακούσουν όλοι, όσο και αν προσπαθούν οι Πολυγαμικοί να τον κάνουν να σωπάσει.

«Ένα ζευγάρι χέρια θα με χαϊδεύει, ένα ζευγάρι μάτια μπορώ μόνο να αντικρίζω.  Τα χείλη μόνο εκείνης θα φιλάω, τα δικά της παιδιά θέλω και μόνο». Ένας Πολυγαμικός τον χτυπάει με βία στη μέση του, εκείνος λυγίζει, πέφτει στα γόνατα. Δε σταματά όμως. «Σας βόλεψε το καθεστώς αυτό, έτσι; Σας βόλεψε που μπορείτε και φέρεστε σαν ζώα, που βγάζετε τα γούστα σας;» Κάποιος άλλος τον κλωτσάει στο πρόσωπο.  Γεμίζει αίματα. Η θηλιά έχει περαστεί στον λαιμό του ήδη.

Την έχει εντοπίσει ανάμεσα στους άλλους. Πάντα θα μπορεί να την ξεχωρίσει ανάμεσα σε όλους. «Σ’ αγαπάω» φωνάζει και η Μονογαμική δεν αντέχει. Ξεσπά σε κλάματα. Θα προδοθεί. Πρέπει να φύγει, να τρέξει, να κρυφτεί. Όμως τα πόδια της είναι κολλημένα εκεί. Δεν την αφήνουν να πάει βήμα πιο πίσω. «Και εγώ σ’ αγαπάω» αποφασίζει να απαντήσει, υψώνοντας ηρωικά το ανάστημά της μέσα στο πλήθος. Το κάνει συνειδητά. Ξέροντας πως λίγα λεπτά μετά θα είναι και εκείνη νεκρή. Ένας Μονογαμικός, απ’ αυτούς που έχουν κρυφτεί ανάμεσα στους άλλους, φωνάζει σχεδόν αμέσως «και εγώ σ’ αγαπάω». Οι Πολυγαμικοί κοιτάζονται μεταξύ τους. Τα έχουν χαμένα. Ο Μονογαμικός, με το σχοινί να αγκαλιάζει τον λαιμό του, χαμογελάει και μοιάζει με άγγελο φωτεινό, βουτηγμένο στο αίμα του μαρτυρίου του. Τώρα ξέρει πως αξίζει.  «Και εγώ σ’ αγαπάω» φωνάζει η δεύτερη Μονογαμική. Δείχνουν θάρρος, δείχνουν την αποστροφή τους στο σύστημα, συμπαραστέκονται στον άτυχο ομοϊδεάτη τους με τον πιο θαρραλέο τρόπο. Βάζοντας στην αγχόνη και τα δικά τους κεφάλια. Αγαπάνε εκείνον, αγαπάνε το δικαίωμα στην επιλογή. Δεν τους ενδιαφέρει να ζουν σαν μηχανές αναπαραγωγής, σαν σεξουαλικοί μετανάστες από κορμί σε κορμί. Δεν τη θέλουν τέτοια ζωή. Με αυτούς θα ασχοληθούν μετά οι Πολυγαμικοί. Οι υπόλοιποι Μονογαμικοί  δε βρίσκουν τη δύναμη να ακολουθήσουν. Όχι αυτή τη φορά.  Ίσως αύριο, ίσως ποτέ. Το σχοινί τραβιέται. Ο Μονογαμικός έχει τιμωρηθεί. Η αγάπη έχει τιμωρηθεί.