Το ασθενές κορμί (*) Διήγημα short fiction

Το ασθενές κορμί έχει ανάγκη από άστρα να φυτευτούν εντός του και να λάμψει ο μαύρος ουρανός των πνευμόνων του, έχει ανάγκη από πολλά χρώματα να ρέουν στα αυλάκια των πετρωμένων του φλεβών, όχι άλλο εκείνο το πηχτό μαυροκόκκινο χρώμα του πόνου. Έχει ανάγκη από δάση και δρόμους στρωμένους με πέτρες και σπίτια φτιαγμένα από σοκολάτα καταμεσής ενός ξέφωτου και έχει λαχτάρα να τα καταβροχθίσει με μιας και ας μην μπορεί. Έχει ανάγκη δυο φτερά στην πληγωμένη του πλάτη και έναν ουρανό τεντωμένο σε γαλάζιο σεντόνι για να πετάξει σαν μικρή κουκκίδα που πλησιάζει στον ήλιο.  Έχει τη λύσσα εκείνη να σταθεί όρθιο και πάλι, να αγκαλιάσει περήφανα και ισότιμα το αλαζονικό υγιές κορμί που πριν λίγα δευτερόλεπτα μπορεί να το έχει προσπεράσει. Το ασθενές κορμί έχει ανάγκη από τείχη αγάπης που θα κρύψουν καλά την ψυχή του να μη νοσήσει και αυτή. Γιατί το ξέρει, πρώτη μόνο εκείνη μπορεί να παραιτηθεί.

Έξωση (*) Διήγημα short fiction

Ήρθαν, μαμά. Οι γείτονες δεν μπόρεσαν να τους εμποδίσουν. Ήρθαν αρματωμένοι με την εντολή ενός μίσους που δεν ταιριάζει στο σπιτικό μας. Σε αυτόν τον χώρο που κάποτε λεγόταν σπιτικό και πλημμύριζε μόνο από αγάπη. Αλλά η αγάπη μας δε θα τους πνίξει, μαμά. Ο μπαμπάς πετάει εδώ και ώρα από το μπαλκόνι στο πεζοδρόμιο, στρώματα, κουβέρτες και ό,τι άλλο μπορεί να σώσει. Μνήμες, στιγμές, στεγασμένες ελπίδες. Πλέον άστεγες και αυτές, όπως θα είμαστε σε λίγη ώρα και εμείς. Εκείνος παραιτήθηκε πρώτος. Δέχτηκε τη φτώχεια μας σαν να την είχαμε επιλέξει, σαν να είχαμε τις άπειρες επιλογές και εμείς να αποφασίσαμε ότι καλύτερα να μείνουμε έτσι φτωχοί και χρεωμένοι.

Εσύ, όμως κάθεσαι οκλαδόν στο κέντρο του άδειου σαλονιού, με το νυχτικό σου και τη μαύρη βίβλο στα χέρια σου. Δεν έχεις πια ανθρώπινο βλέμμα. Δεν ακούς τον μπαμπά που σου φωνάζει να σηκωθείς να τον βοηθήσεις. Δεν άκουσες ούτε έμενα που σε παρακάλεσα να μου φτιάξεις πλεξούδα τα μαλλιά, όπως έκανες κάθε πρωί. Και εκείνοι θα σε αρπάξουν και σχεδόν θα σε σηκώσουν όρθια ενώ εσύ κλαις και ουρλιάζεις.

Η βίβλος σου πέφτει απ’ τα χέρια. Θα κρατηθείς από την κάσα της πόρτας με όλη σου τη δύναμη και θα με κοιτάξεις. Θα δεις την απόγνωση και τη θλίψη στα μάτια μου. Και ένα ένα τα δάχτυλά σου, αποδυναμωμένα, θα αφήσουν ότι κάποτε σου ανήκε. Αρχίζω να ουρλιάζω και εγώ. Ουρλιάζω τόσο δυνατά, που τρομάζεις ακόμα και εσύ. Δε θα σταματήσω μέχρι να καλύψω τις δικές σου φωνές, μαμά. Εκείνες που μιλούσαν για δικαιοσύνη, εκείνες που έλεγαν πως το καλό που κάνουμε κάποια στιγμή επιστρέφει και όσοι κάνουν κακό το βρίσκουν μπροστά τους. Ουρλιάζω, μα οι φωνές σου δε βγαίνουν απ’ το κεφάλι μου. Καμιά δικαιοσύνη δεν υπήρξε σε τούτο τον κόσμο. Τώρα το ξέρεις και εσύ.

Ένας φωτογράφος στέκει ξοπίσω και απαθανατίζει τον εξευτελισμό μιας ολόκληρης ζωής. Όχι, ο φακός του δε σέβεται τον ανθρώπινο πόνο, ποθεί διακαώς να τον ρουφήξει και να τον μοιράσει σε χιλιάδες φυλλάδες την επόμενη μέρα. Για να μας λυπηθούν στιγμιαία, μαμά. Όπως λυπήθηκαν χτες κάποιους άλλους, όπως θα αναζητήσουν να βρουν να λυπηθούν περισσότερους αύριο. Να τους ξεχάσουν μετά από μια βδομάδα, ένα μήνα το πολύ. Μέχρι να πονέσουν το ίδιο και εκείνοι. Μόνο τότε θα μας καταλάβουν πραγματικά. Μα εγώ δε θέλω να πονέσει άλλος κανείς όπως εμείς. Κανείς.  Δε μου έχει μείνει άλλη δύναμη να ουρλιάζω, μαμά.

Η αγάπη ποτέ δεν έκανε κακό (*) Διήγημα short fiction

Το αγαπούσε το μικρό καναρίνι. Ήταν χαριτωμένο, είχε μια τούφα που έπεφτε κωμικά μπροστά στα μάτια του. Δεν ήταν κίτρινο, δε φορούσε το χρώμα του μίσους. Της μιλούσε, της απαντούσε με τα τιτιβίσματά του επί της ουσίας. Θα το άφηνε για λίγες μέρες στη μητέρα της να το προσέξει, γιατί θα πήγαινε διακοπές. Συνηθισμένο. Ήλιος καυτός, καλοκαίρι, θάλασσες σε αναμονή. Αναμονή και τιτίβισμα. Μυρωδιές. Κίνηση, δρόμοι πόλεως λίγο πριν τις διακοπές. Διακοπές από τι; Απ’ τη συνεχή, υποχρεωτική αεργία. Άφησε το αυτοκίνητο με αλάρμ στην άκρη του δρόμου. Δυο λεπτά μόνο να αλλάξει ένα φόρεμα που της ήταν στενό. Κοίταξε το καναρίνι στα πίσω καθίσματα. Δυο λεπτά θα έκανε. Καλύτερα να το άφηνε μέσα. Το αγαπούσε πολύ για να ρισκάρει να πάθει κάτι. Άφησε τα παράθυρα λίγο ανοιχτά. Στο κατάστημα πανικός. Συνηθισμένο. Τα δυο λεπτά έγιναν τέσσερα, τα τέσσερα δέκα. Και το καναρίνι νεκρό από τη ζέστη, με τα φτερά ορθάνοιχτα. Εκείνη έκλαιγε, έκλαιγε, έκλαιγε. Αν το είχε βγάλει, αν το είχε πάρει μαζί της τώρα θα ζούσε. Αν δεν αργούσε, αν πήγαινε άλλη μέρα να αλλάξει φόρεμα, τώρα θα ζούσε. Εκείνη έφταιγε, έφταιγε, έφταιγε. Κατηγόρησε τον εαυτό της ότι δεν το αγαπούσε αρκετά.  Ότι αν το αγαπούσε όσο έπρεπε, τώρα εκείνο θα της τιτίβιζε. Πίσω απ’ το κλουβί του. Δεν πέρασε στιγμή απ’ το μυαλό της ότι εξ’ αρχής του προσέφερε μια αγάπη που εκείνο δε ζήτησε. Σε μια φυλακή, χωρίς την πόρτα ανοιχτή. Χωρίς να μπορεί να επιλέξει αν θέλει να μείνει. Χωρίς κανείς να μεταφράζει τα τιτιβίσματα. Ελευθερία, ελευθερία, παρακαλώ, ελευθερία. Η αγάπη της εξ’ αρχής του έκανε κακό. Θάνατος αργός και θάνατος βίαιος. Ο πρώτος με «αγάπη». Συνηθισμένο.

Βυθισμένες αγκαλιές στη θάλασσα της ασυναρτησίας (*) Διήγημα short fiction

Δεν έχουν όλα νόημα. Όχι όλα. Οι κοφτές προτάσεις τι νόημα έχουν; Πήρες το μαχαίρι. Μου ζήτησες να τις κόψουμε. Να τις τεμαχίσουμε. Να αφήσουμε τα ναι. Τα ναι. Ναι. Και ο ήλιος έπεφτε καυτός. Έπεφτε. Ο ήλιος. Μέχρι που έσκασε στη γη και όλα άρπαξαν φωτιά. Φωτιά. Και εμείς βουτήξαμε στη θάλασσα. Πιθανός πνιγμός. Βουτήξαμε αγκαλιασμένοι. Σωτηρία στο βάθος, στην ψύχρα, στο μπλε. Άβυσσος. Φωτιά και πνιγμός. Έρωτας. Τίποτα δεν πονάει όπως ο έρωτας. Ούτε η φωτιά, ούτε το νερό. Και μείναμε αγκαλιασμένοι. Πονεμένοι. Ναι.

Ο ουρανός μαύρος. Σαν γάλα σε παράλληλο σύμπαν, σύμπαν παράλληλο με το γάλα που δε θα ευθυγραμμιζόταν ποτέ, έτσι όπως είχε μείνει χυμένο στις γούρνες. Παρατυπία. Μακρόσυρτη πρόταση, πρόταση που άφηνε χώρο για περισσότερο πόνο. Δεύτερη παρατυπία. Στάμνες άδειες και ο ήλιος παρελθόν.Θαλάσσια τέρατα νεκρά τριγύρω, εμείς εκεί, ανάμεσα. Κουλουριασμένοι. Στη Σαχάρα του Ατλαντικού, στον Ατλαντικό της Σαχάρας.  Με το μαχαίρι των προτάσεων και τη βελόνα της γλώσσας. Έλα να ράψουμε έναν νέο κόσμο για μας, σου είπα. Νέο κόσμο. Κόσμο. Για μας. Και κράτησες εμάς, τσαλακώνοντας τον κόσμο, βυθίζοντας τον στην αφάνεια του πυρήνα της γης που είχε πάψει να βράζει. Για μας. Και όλα είχαν νόημα πια.