ΧΑΡΗΣ ΜΑΥΡΟΣ

Nobody(*)Nowhere

Κατηγορία: μικροδιηγήματα

Συγκρίσεις (*) Μικροδιήγημα

Ήταν ετών δεκαοχτώ. Κι αφού δεν μπορούσε να έχει κήπο, έβαλε μπρος του μια κουρτίνα γιομάτη λουλούδια, άσπρα και πορφυρά μπουκέτα, άνοιξη σε ύφασμα. Κι αφού στα ρουθούνια του δεν έφτανε η αλμύρα της θάλασσας, έβαλε κάδρα με χρώμα και σε ένα από αυτά βάρκες πάνω στο νερό, σε ένα από αυτά έκλεισε το καλοκαίρι, τα παιδικά γέλια, το καμμένο δέρμα, την άμμο ανάμεσα στα δάχτυλα, την ανεμελιά της άγνοιας ως προς την ενήλικη ζωή, την ανεμελιά της άγνοιας ως προς τη ζωή. Κι αφού οι άνθρωποι έχουν τη ροπή να αποδεικνύονται απογοητευτικοί, περνούσε γρήγορα μπροστά από τους καθρέφτες, τόσο που όταν το βλέμμα έπεφτε επάνω, αναρωτιόταν ποιος να ‘ναι τάχα ο νεαρός, τι πλάσματα είναι αυτά που ντύνονται με χρώματα να κρύψουν το αδιάφορο απροσδιόριστο χρώμα της ύπαρξής τους. Χώμα. Νερό. Κι αφού η εποχή έξω δεν είχε όνομα, απροσδιόριστη σαν όλα τα άλλα πια, αυτοβαπτίστηκε χειμώνας, πήρε το μεγάλο ψαλίδι απ’ τα ραπτικά, στην κόψη του καθρέφτης, κι έσκισε σε κομμάτια την άνοιξη. Έριξε κάτω τα καλοκαίρια και τα πάτησε, μόνο φθινόπωρο δε βρήκε να σκοτώσει, ίσως γιατί τον ήξερε καλά και του κρυβόταν. Κι έμεινε έτσι γυμνός, ποθητός χειμώνας, ανάμεσα σε κορδέλες άνοιξης και σε γυαλιά αλμύρας, με έναν καθρέφτη στο χέρι. Μη με ρωτήσεις αν τον βρήκανε νεκρό.

Ευπαθής ομάδα (*) Μικροδιήγημα

Είσαι ευπαθής κι εγώ για σένα πλέον απαθής, μα είναι αδύνατον να μη σκεφτώ αν προστατεύεσαι, αν προστατεύεις πια τον εαυτό σου, από τη θέση του απαθούς, φαινομενικά μη ευπαθούς, αλλά παθόντος, πάντα παθόντος με κάποιον τρόπο. Κι οι μάνες που μέχρι χτες τραβούσαν τα παιδιά από το χέρι, κουρασμένες που δεν είχαν σχολείο, σήμερα σαν να τα αγαπούν λίγο περισσότερο φτιάχνοντας παζλ με χρώματα κλεισμένες μες στα σπίτια, ίσως γιατί έχουν κι οι ίδιες ανάγκη απ’ το χρώμα, ανάγκη να συνθέσουν και να αποκωδικοποιήσουν τη ζωή. Κι οι προσδοκίες κάθε δυτικού γκρεμίζονται, γιατί είχε μάθει για ζωή τις αποδείξεις, είχε μάθει να ορίζεται από ταξίδια, ρούχα και καφέ κάτω απ’ τον ήλιο. Χωρίς αυτά τι θα απογίνει, εσώκλειστος, τι να το κάνει το παλάτι αν δεν μπορεί να το επιδείξει, πώς ως άλλος Μίδας να περάσει μέρες ολόκληρες με τον εαυτό του που ποτέ πριν δεν είχε τον χρόνο να αντιμετωπίσει; Κι οι νοσοκόμες, οι πωλήτριες στα σούπερ μάρκετ, οι πιο άτυχοι, με γάντια να χειρουργούν υπομονετικά το αύριο, μα αυτό να μη θεραπεύεται, να μη θέλει να γίνει καλά, γιατί ποτέ δε θα είναι καλά τα πράγματα για όλους κι ας ξεπερνιούνται οι όποιοι κίνδυνοι, ποτέ δε θα είναι δίκαιη η ζωή, γιατί πάντα μια ομάδα θα είναι πιο ευαίσθητη, πιο επιρρεπής, πιο άτυχη και όλοι οι άλλοι πάντα με κάποιον τρόπο παθόντες, αλλά ποτέ ευπαθείς.

Ταξίδι με έκπτωση 90% (*) Μικροδιήγημα

Χωρίς βαλίτσα, χωρίς ρούχα, χωρίς κορμί, κορμί που ιδρώνει νυχθημερόν να βγάλει άλλη μια μέρα, ταξίδι δωματίου σε πεντέμισι τοίχους, χωρίς διαβατήριο και πτήσεις, χωρίς προορισμό, παντζούρια κατεβασμένα, ούτε ουρανός, ούτε ομορφιές αντικειμενικές να τρέφεται η όραση, ταξίδι δωματίου, με λογισμό ή μάλλον σκέψη αφηρημένη, χωρίς όνειρα, χωρίς προσδοκίες, χωρίς αναφορά σε φίλους, φίλους εκπτωτικούς, φίλους πεπτωκότες ή απλά κότες, φίλους καλούς μα μακρινούς, ξέμακρους σαν τα ακρογιαλιά που ποτέ δεν αγάπησα πολύ, παιδί των οροσειρών και της ομίχλης, άραγε μασουλούν ακόμη οι αγελάδες στα βουνά του Έβρου μες στη νύχτα, άραγε οι εκπτώσεις των ονείρων και των ζωών μας σε ποιο ταξίδι τάχα να μπορούνε να χωρέσουν, ταξίδι δίχως αναρτήσεις, δίχως ιστορίες και μπράτσα και ήλιο και ζηλευτή χαρά, ψέμα η χάρα η τόση, και κούραση για όποιον πρέπει να αναλωθεί στο ψέμα τούτο, ψέμα οι πανέμορφες φωτογραφίες, τα φίλτρα, ταξίδι δίχως φίλτρα, δίχως χρώματα ανυπέρβλητα, συμπιεσμένο στην αστική ώρα που οι τηλεοράσεις των γειτόνων παίζουν δυνατά σε ξένη γλώσσα κι η γειτόνισσα γελά, γελά ασφαλής στους τρεισήμισι τοίχους, τοίχοι και κεφάλια σε παράλληλη διάταξη, κι ο θάνατος που καρτερά, τον κάθε έναν που γελά ή κλαίει, οπότε κλάψε ή γέλα άφοβα, δίχως να σε μέλει, θάρρος η ζωή τους θέλει, ταξίδι ψυχής, η μόνη που κάπως σου μένει και σου συμπαραστέκεται, αυτή που σου κληροδοτήθηκε, ταξίδι μέσα σε ταξίδι, αυτό είμαστε, κλείνω τη θέση, προσφορά, σε όλα έκπτωση, ενενήντα στα εκατό, και το εκατό πουθενά, πάντα άφαντο όταν το χρειάζεσαι, πάντα ένα βήμα μετά αφού σου έχουν κλέψει ήδη την καρδιά, τα γεγονότα, όχι οι άνθρωποι, εμείς τα είπαμε, είδος εκπτωσιακό, εννιά και εικοσιπέντε, σαρανταπέντε μαστόροι και εξήντα μαθητάδες, δε γράφω, δε γράφω, δε γράφω, ταξιδεύω. Δέκα τις εκατό.

Δίχως τα πρέπει ή δίχως Καλιφόρνια (*) Μικροδιήγημα

Δικαιολογίες και διεκδικήσεις, κι άνθρωποι που λατρεύουν να μη μαθαίνουν, τι κι αν θα μάθουν, ζωές πεπερασμένες. Κι άδειο το χόστελ, εκεί στην Καλιφόρνια, φύγανε κι οι δύο, ο ένας πιο αργά, μέσα στο χιόνι, μέσα στο ψύχος, στο Τι Τα Πο, που η νιφάδα ήταν διαμάντι και οι λίγες λέξεις ιστορία, μα Τα Τι Πο. Τα πρέπει που δε θέλουν, όσοι δε θέλουν -από θέση ισχύος- και τα πλαστά όνειρα στις οδούς των φοινίκων, οι φοίνικες στις πλαστές ζωές των ανθρώπων να σκιάζουν λοξά τις μακρόστενες οδούς, σκιές που τέμνουν σε πλαγιαστά κομμάτια το κάθε τι, κιμαδομηχανή της όρασης και των αισθημάτων, παρανοϊκές εμμονές του μεσονυχτίου, γιατί χωρίς τα πρέπει, τι μένει; Δε μένει. Τι Πο Τα. Δε μένει παρά το φιλμ, καμμένο στην άκρη, γεμάτο περιττές στιγμές ξεγνοιασιάς, ατομικής ασυδοσίας και μιας Καλιφόρνιας που δε θα ξαναυπάρξει. Ποτέ. Πια.

Ημερολόγιο ουρανού (*) Μικροδιήγημα

Αυτές τις μέρες, ο ουρανός είναι ο φίλος μου κι ο εραστής μου. Κάθε μέρα, αυτός. Αυτόν βλέπω κάθε πρωί, με αυτόν συναντιέμαι τα μεσημέρια, με αυτόν να με σκεπάζει αποκοιμιέμαι τα βράδια. Αυτός είναι ο μόνος που θαυμάζω, με τα σύννεφα, τα άστρα, τον ήλιο, το φεγγάρι μοναδικά του στολίδια. Τις άπειρες χρωματιστές φορεσιές του για να μην τον βαριέμαι. Τις διαθέσεις που προσαρμόζει με μαγικό τρόπο στη δική μου, δείχνοντας κατανοήση, προσφέροντας παρηγοριά. Πάντα εκεί, οπότε τον αναζητώ. Δίπλα μου, μπροστά μου, πάνω μου. Κάποιες φορές λίγο πιο κάτω, για να μου θυμίζει ότι κι εγώ έχω φτερά -ή έστω τα αεροπλάνα. Ολόκληρος μια ιστορία, συνεχής, ατέρμονη, αιώνια. Όχι instastories, καμιά ανάγκη για αποδείξεις. Δες «έχω ταξιδέψει σε όλες τις χώρες», δες «περνάω καλά», δες «είμαι δημοφιλής», δες «με αγαπούν» -ή νομίζω πως με αγαπούν-, δες δες δες. Είναι μεγάλος, τον βλέπω, δε χρειάζεται να μου το πει. Τεράστιος. Με κοιτάζει ευθεία στα μάτια, όταν τον κοιτώ, όχι δεξιά και αριστερά. Κι ας πατάω σκατά, κι ας γλιστράω πάνω σε φύλλα και φλούδες. Ας είμαι κι εγώ σκατά. Αυτές τις μέρες, ο ουρανός είναι ο φίλος μου κι ο εραστής μου. Να μου θυμίζει πως έχω φτερά -ή έστω τα αεροπλάνα.

Αρέσει σε %d bloggers: