To παραμύθι του μην (*) Παραμύθι

Μια φορά και έναν καιρό, υπήρχε ένα βασίλειο ξακουστό για τα πλούτη και την ευημερία του. Ο βασιλιάς και η βασίλισσα όμως δεν μπορούσαν να τεκνοποιήσουν και έτσι αναγκάστηκαν να ζητήσουν τη βοήθεια μιας μάγισσας με τρομερή δύναμη, που όμοια της δε συναντούσες πουθενά στα γύρω βασίλεια.

«Πάρε αυτό το σπόρο ντάλιας, βασίλισσα μου, και πιες τον το βράδυ πριν κοιμηθείς. Μόνο πρόσεξε, αν κάνεις γιο, πρέπει να του πεις να μην αγαπήσει πότε του, γιατί όποια αγαπά θα πεθαίνει με το που ανθίζουν οι ντάλιες».

Έτσι και έγινε. Μετά από εννιά μήνες ακριβώς, η βασίλισσα είχε φέρει στον κόσμο έναν πανέμορφο γιο. Και όσο μεγάλωνε, όλο και πιο όμορφος γινόταν, ευγενικός, καλοσυνάτος, δυνατός. Τα χρόνια πέρασαν και  ο έφηβος πια πρίγκιπας ένιωσε τα πρώτα σκιρτήματα στην καρδιά του για μια συνομήλική του υπηρέτρια. Δεν μπορούσε να το εκμυστηρευτεί σε κανέναν, ούτε καν στην ίδια την κοπέλα. Και την άνοιξη, οι υπηρέτες τη βρήκαν νεκρή, πνιγμένη μέσα στο ποτάμι. Ο πρίγκιπας έπεσε σε κατάθλιψη. Μόνο τότε η βασίλισσα κατάλαβε τι του συνέβαινε, θυμήθηκε πως έπρεπε να του υπενθυμίσει να μην αγαπήσει ποτέ του.

Δεν το έκανε όμως. Είτε γιατί τον λυπήθηκε, είτε γιατί δεν είχε βρει ακόμη τη δύναμη. Και ο πρίγκιπας κάποια στιγμή παντρεύτηκε μια πριγκίπισσα καλή και όμορφη, που την αγάπησε σχεδόν αμέσως. Με το που άνθισε η πρώτη ντάλια, η πριγκίπισσα έπεσε νεκρή στο μπαλκόνι της τις πρώτες μέρες της άνοιξης. Η βασίλισσα θορυβήθηκε, έπρεπε πια να προειδοποιήσει τον γιο της. Το βασίλειο ολόκληρο ήταν αναστατωμένο με τον βίαιο θάνατο της πριγκίπισσάς τους.

«Μην αγαπήσεις την επόμενη γυναίκα σου. Αν θέλεις να ζήσει και να αποκτήσεις διάδοχο, μην τολμήσεις να την αγαπήσεις». Του εξήγησε τα πάντα και ο πρίγκιπας την έδιωξε οργισμένος για το κακό που του είχαν κάνει. Καλύτερα να μην είχε γεννηθεί ποτέ του, αφού τον καταδίκασαν σε μια ζωή χωρίς αγάπη. Πέρασαν δύο χρόνια και ο πρίγκιπας δεν έλεγε να βγει από το δωμάτιο του. Ο βασιλιάς και η βασίλισσα μαράζωναν από τον καημό τους. Τα κακά σχόλια μεταφέρονταν πλέον από στόμα σε στόμα. Μόνο μια άσχημη υπηρέτρια επέτρεπε να μπαίνει στο δωμάτιο του, δεν υπήρχε περίπτωση να την αγαπήσει ποτέ εκείνη. Οι γονείς του άρχιζαν να τον πιέζουν, δε γινόταν άλλο να εκθέτει έτσι το βασίλειο. Τους πρότεινε μια λύση που τους άφησε άναυδους. Να παντρευτεί την άσχημη κοπέλα που τον φρόντιζε, εκείνη θα γινόταν γυναίκα του. Έτσι, δε θα ξαναθρηνούσε ποτέ, έτσι δε θα υπήρχε κίνδυνος να ξαναπονέσει. Θα μπορούσε να του κάνει ένα παιδί και να κοιμούνται σε ξέχωρα δωμάτια στο παλάτι.

Εκείνοι δέχτηκαν, ήταν μια λύση που τους ικανοποιούσε όλους. Με τον γάμο αυτό γελούσαν στην αρχή όλοι οι εχθροί τους. Όμως τα γέλια δεν άργησαν να κοπούν. Την αγάπησαν όλοι την πριγκίπισσα. Όλοι εκτός από αυτόν, έλεγαν στα καπηλεία του βασιλείου. Εκείνος της μιλούσε άσχημα, κλείδωνε την πόρτα της καμάρας του και πήγαινε στο δωμάτιο της μόνο τα βράδια που εκείνη θα μπορούσε να συλλάβει τον διάδοχο. Ο κόσμος δεν καταλάβαινε, μπορεί να ήταν άσχημη, όμως το χαμόγελο που χάριζε απλόχερα στους χωρικούς έσβηνε κάθε ασχήμια. Η φήμη της άρχισε να ξεπερνά αυτή της βασίλισσας, ήταν η πριγκίπισσα της καρδιάς τους.  Και όλοι ήξεραν πως τα βράδια έκλαιγε μόνη της για την άκαρδη συμπεριφορά του πρίγκιπα.

Όμως ο πρίγκιπας ήταν ευτυχισμένος. Ήξερε πως εκείνη θα ζήσει, εκείνη θα μπορέσει να γίνει μητέρα του παιδιού του. Γι΄αυτό δε θα την αγαπούσε ποτέ, εκείνη έπρεπε να ζήσει. Και την επόμενη άνοιξη, ο πρίγκιπας άνοιξε τα παράθυρα του χαρούμενος. Αλαζονικά, παρατήρησε τα μπουμπούκια της φυτεμένης ντάλιας να ανοίγουν. Αυτήν την άνοιξη είχε κερδίσει εκείνος. Περίμενε την πριγκίπισσα να έρθει για τη βόλτα τους στην πόλη. Αργούσε να φανεί. Της είχε συμβεί κάτι; Μα γιατί; «Μα πόσο ανόητος είμαι, δεν την αγαπώ» σκέφτηκε και προσπάθησε να ηρεμήσει. Εκείνη όμως δεν ερχόταν. Η καρδιά του άρχισε να τρέμει, το σώμα του να ριγεί. Νευριασμένος,  φώναξε τους υπηρέτες του να την καλέσουν, αλίμονο της, αν δεν ερχόταν μπροστά του να ζητήσει συγγνώμη για την καθυστέρηση. Όμως η πριγκίπισσα δεν ήρθε ποτέ. Δεν ήρθε, γιατί είχε πεθάνει. Με το που άνθισε η πρώτη ντάλια.

Τζο, το βρεγμένο αρκουδάκι (*) Παραμύθι

Processed with Moldiv

Ένα παραμύθι για τις ετικέτες, τα θέλω των άλλων, τη μοναξιά και την ανάγκη για αγκαλιά.

O Τζο ήταν ένα αρκουδάκι, ένα λούτρινο, πολύ μικρό,  καθαρό, όμορφο και χαριτωμένο αρκουδάκι. Όμως αυτό δεν κράτησε για πολύ γιατί λίγα λεπτά αφού γεννήθηκε ο Τζο, κατέληξε να βρίσκεται βρεγμένος και αυτό όχι γιατί δεν πρόλαβε να πει στη μαμά του ότι θέλει να πάει τουαλέτα.

Από τη στιγμή που γεννήθηκε λοιπόν στο μεγάλο εργοστάσιο «ΑΡΚΟΥΔΕΞ», μια ψηλόλιγνη κυρία με μεγάλα γυαλιά τον ακούμπησε ψηλά σε ένα ράφι που δεν είχε προσέξει πως ήταν γεμάτο μούχλα και νερά. Ο Τζο τότε ένιωσε για πρώτη φορά το κρύο νερό να τον διαπερνά και κοίταξε τα άλλα αρκουδάκια που παρέμεναν στεγνά και του είχαν γυρίσει την πλάτη τους. «Είσαι βρεγμένος, μπλιαχ» του είπε το αρκουδάκι που ήταν ακριβώς δίπλα του.

Η κυρία με τα γυαλιά τα κοίταξε όλα για μια ακόμη φορά και όταν είδε τον Τζο, πόσο βρεγμένος ήταν, τον πήρε στα χέρια της και τον κατέβασε από το ράφι. Τα χέρια της ήταν ζεστά και ο Τζο πίστεψε πως θα τον κρατούσε για πάντα στην αγκαλιά της αυτή η καλή κυρία, όταν χωρίς να το καταλάβει βρέθηκε μέσα σε έναν κάδο σκουπιδιών.

Έβρεχε τόσο πολύ εκείνη τη μέρα που το νερό πάγωνε τον μικρό Τζο, σφηνωμένος όπως ήταν ανάμεσα στα σκουπίδια. Ο Τζο είχε απελπιστεί. Πάλι όμως ένα ζευγάρι ζεστά χέρια τον έκαναν να πιστέψει πως όλα θα άλλαζαν προς το καλύτερο. Ήταν ένα μικρό κοριτσάκι που του έλεγε πόσο όμορφος είναι, πόσο γλυκός και πως θα τον είχε μαζί της για πάντα. «Για πάντα» σκέφτηκε ο Τζο και αποκοιμήθηκε στα χέρια του μικρού κοριτσιού.

Όμως αυτός ο ύπνος δεν κράτησε πολύ. Ο μικρός μας φίλος ξύπνησε απότομα  στον πάτο ενός ενυδρείου. Το μικρό κορίτσι τον βουτούσε ξανά και ξανά μέσα στο ενυδρείο και ζητωκραύγαζε χαρούμενο που μάθαινε στον Τζο κολύμπι. Και πάλι βρεγμένος…

«Δε σου είπα δε θα μαζεύεις βρώμικα παιχνίδια από τον δρόμο, θέλεις να πάθουν τίποτα τα ψαράκια σου και να κλαις;» ακούστηκε η φωνή μιας μεγαλόσωμης γυναίκας που με βία τον άρπαξε από το μικρό κορίτσι.

Μισοπνιγμένος και παρά πολύ μουσκεμένος, σωσμένος από το μαρτύριο της ακούσιας κολύμβησης, ο Τζο βρέθηκε ξαφνικά μέσα στη λεκάνη της τουαλέτας. Η μαμά του κοριτσιού τράβηξε το καζανάκι και το μικρό αρκουδάκι, χτυπώντας στις σωληνώσεις, βρέθηκε στον βρώμικο υπόνομο, μόνο του, χωρίς φως, χωρίς ζεστασιά, χωρίς κανέναν. «Η μοναξιά μυρίζει, η μοναξιά σε παγώνει, η μοναξιά είναι πίσσα σκοτάδι, αλλά τουλάχιστον δεν έχω κανένα να μου φέρεται άσχημα» σκέφτηκε ο Τζο.

Από τον υπόνομο ο Τζο βρέθηκε κάποια στιγμή…στη θάλασσα. Ναι, στη μεγάλη, υγρή θάλασσα. Ήταν  να απορεί κανείς με τη θέληση του Τζο για ζωή, πως ακόμα δεν είχαν σχιστεί τα πάνινα μέλη του.

Πέρασαν μήνες και ο Τζο ήταν ακόμη ζωντανός. Κάποια στιγμή, έτσι όπως επέπλεε στη μέση του ωκεανού, είδε ένα χαρτάκι που είχε ραμμένο στην κοιλίτσα του. «¨Τι είναι αυτό; Το είχα πάντα πάνω μου;» Σήκωσε λίγο το κεφαλάκι του για να διαβάσει τι έγραφε το χαρτάκι και διάβασε με δυσκολία τη λέξη «ΑΔΙΑΒΡΟΧΟ». Μάλλον γι’ αυτό εκείνη η κυρία τον είχε πετάξει στα σκουπίδια. Γι΄αυτό το κοριτσάκι τον βουτούσε στο νερό. Όχι, δεν ήταν αυτός που έπρεπε να είναι και έπρεπε να τιμωρηθεί. Δεν ήταν αυτό που έλεγε η ταμπελίτσα του πως έπρεπε να είναι.  Γι’ αυτό δε με αγαπάει κανείς, γιατί είμαι κάτι άλλο από αυτό που λέει πάνω μου πως είμαι.

Processed with Moldiv

Τα μάτια του θόλωσαν, δεν ήταν όμως από τα δάκρυα που είχαν μόλις αρχίσει να σχηματίζονται. Άσπρα κομμάτια χιονιού πέφτανε από τον ουρανό. Κρύο, πολύ κρύο και ανεμοθύελλα! Μέσα σε μια ώρα ο Τζο ήταν παγωμένος στην κορυφή ενός μικρού παγόβουνου.

Όταν οι πρώτες ακτίνες του ήλιου άρχισαν να λιώνουν τον πάγο που περιέβαλε τον μικρό Τζο, πίστεψε πως για πρώτη φορά, μετά από πολύ καιρό, θα ήταν επιτελούς στεγνός. Ένα μικρό Εσκιμωάκι τον άρπαξε και ξεκίνησε να τον γλύφει σαν να ήταν παγωτό!

«Μα γιατί μου φέρονται τόσο περίεργα; Τι κακό έχω κάνει;» αναρωτήθηκε ενώ το Εσκιμωάκι, αν και ήθελε απλά να παίξει μαζί του, έκανε κάτι που δεν άρεσε καθόλου στον Τζο.

Το Εσκιμωάκι τότε σταμάτησε να παίζει μαζί του. Άραγε μπορούσε να ακούσει τις σκέψεις του, άραγε βρήκε επιτέλους ένα φίλο που θα σεβόταν την επιθυμία του να μείνει στεγνός;  Μια μεγάλη πολική αρκούδα ερχόταν προς το μέρος τους και το παιδί έτρεξε όπως όπως να ενημερώσει τους γονείς του, πετώντας μακριά του τον Τζο.

Η μεγάλη άσπρη αρκούδα πήρε τον Τζο στην αγκαλιά της. Ο Τζο φοβόταν τα ζεστά χεριά και αυτά τα χέρια ήταν τόσο μα τόσο ζέστα. Εκείνη τον κοίταξε σαν να ήταν αληθινό παιδί της και τον κράτησε σφιχτά στην αγκαλιά της μέχρι ο Τζο να στεγνώσει…

ΜΟΝΟ ΠΟΥ Ο ΤΖΟ ΠΑΡΕΜΕΝΕ ΑΚΟΜΑ ΒΡΕΓΜΕΝΟ ΑΡΚΟΥΔΑΚΙ ΓΙΑΤΙ ΠΙΑ ΕΚΛΑΙΓΕ ΑΠΟ ΧΑΡΑ…

Processed with Moldiv