Συννεφοιστορίες, ένας εσωτερικός διάλογος (*) Σκέψεις

-Δε θα γράψω για τους ανθρώπους απόψε.

-Γιατί;

-Γιατί έτσι.

-Σου στέρεψαν οι ιδέες για εκείνους;

-Χαχαχαχα, λες και θα στερέψουν ποτέ. Απλά δε θέλω να γράψω γι’ αυτούς άλλο, όχι σήμερα.

-Ε, τότε για τι θα γράψεις;

-Θα γράψω για τα σύννεφα.

-Για τα σύννεφα;

-Ναι, εαυτέ μου, για τα σύννεφα. Ξέρεις πόσο τα αγαπώ.

-Πόσο;

-Τουλάχιστον τόσο ώστε να τους γράψω μια ιστορία.

-Και τι θα λέει αυτή η ιστορία;

-Θα λέει για ένα μικρό άσπρο σύννεφο που ταξίδευε μόνο του, προσπαθώντας να καταλάβει το νόημα της ύπαρξής του.

-Και είναι ενδιαφέρουσα μια τέτοια ιστορία;

-Γιατί όχι;

-Γιατί ναι;

-Εγώ πάντως θα τη γράψω.

-Μόνο σε σένα θ’ αρέσει, ακούς;

-Ε, και; Για μένα δε γράφω εξάλλου;

-Δε θα την ανοίξω αυτήν την κουβέντα μαζί σου. Τι γίνεται τέλος πάντων με το σύννεφο;

-Τσίμπησες, βλέπω εαυτέ.

-Τσίμπησα, θα μου πεις τώρα τι γίνεται;

-Θα είναι ένα δύσκολο ταξίδι, ένα ταξίδι με μεγάλα μαύρα σύννεφα που θα προσπαθήσουν να το κατασπαράξουν, να ξεσκίσουν το πουπουλένιο του κορμάκι, μα εκείνο θα γλιτώνει και θα συνεχίζει να ταξιδεύει στους απέραντους ουρανούς. Μέχρι να συναντήσει ένα άλλο σύννεφο, φιλικό, όμορφο, στρουμπουλό, αλλά μικρό σαν και εκείνο. Και πάνω που θα αρχίσουν να ενώνονται σε ένα, ένας δυνατός αγέρας θα τα κομματιάσει.

-Τι χαζό τέλος! Μα θα τα κομματιάσει;

-Γιατί δε σου άρεσε;

-Νομίζω πως οι ιστορίες σου με τους ανθρώπους είναι πιο πετυχημένες.

-Θα προτιμούσες δηλαδή μια ιστορία για έναν άνθρωπο που ταξιδεύει ολομόναχος στη ζωή, μέσα στα γκρίζα προβλήματά του, που βρίσκει το ταίρι του, αλλά ένας δυνατός «αγέρας» κομματιάζει τη σχέση τους;

-Ναι, θα τις προτιμούσα. ξέρω, είναι αχανής ο ουρανός της ζωής τους.  Και υπάρχει τόση μαυρίλα, απειλητικά μεγαθήρια με τους κεραυνούς τους στα χέρια έτοιμα να τους τρομοκρατήσουν. Αδικία και πόνος και δυσκολίες. Και άνεμοι, πολλοί άνεμοι. Κρύοι, παγεροί, ορμητικοί. Που φοβούνται δυο ανθρώπους ενωμένους. Γιατί δυο άνθρωποι ενωμένοι είναι πιο δυνατοί. Οι άνθρωποι όμως δεν είναι σύννεφα. Μπορούν να μείνουν εκεί και να παλέψουν. Κόντρα σε κάθε άνεμο.

-Και ήθελα να γράψω απόψε για τα σύννεφα, γαμώτο.

Aδυναμίες συγγραφέων (*) Σκέψεις

Έγραψα «άνοιξη». Και ο χώρος μύρισε πασχαλιά. Έγραψα «ήλιος» και το φως τρύπωσε απ’ τις γρίλιες πιο έντονο. Έγραψα «έρωτας» και η καρδιά μου άρχισε να χτυπά πιο δυνατά, «ελπίδα» και οι φόβοι μου καταλάγιασαν, «δύναμη» και οι φλέβες των χεριών μου έγιναν ορμητικά ρυάκια. Έγραψα «χρήματα» και ξαφνικά είχες δουλειά. Χαμογελούσες. Ήμαστε πλούσιοι. Αν και φτωχός είναι μόνο ο διάβολος, θα πει η μάνα μου. «Σπίτι» και χτίστηκε ευθύς ένα αγροτόσπιτο για εμάς στο μακρινό Λονδίνο. «Απόσταση» για να τη σβήσω και να μην μπει ποτέ ξανά ανάμεσά μας. Έγραψα «πρόσωπο». Τίποτα.  ‘Εβαλα μπροστά του το «το», πίσω του το «σου». Πάλι τίποτα. Ποια λέξη, ποια φράση μπορεί στ’ αλήθεια να χωρέσει το πρόσωπό σου;

Τα μαύρα πέπλα της δικαιοσύνης (*) Σκέψεις

Φορέσαμε τα μαύρα πέπλα μας. Και χυθήκαμε στους δρόμους. Απότομα, άτακτα, χωρίς οργάνωση, όπως χύνεται το γάλα στο πάτωμα από λάθος και ασπρίζει τα πάντα. Εκείνο το πνιγερό, πηκτό άσπρο.  Μόνο που εμείς μαυρίσαμε τον τόπο, καμμένα στάχυα και μυρωδιά καλοκαιριού σε ένα χειμωνιάτικο τοπίο. Σηκώσαμε τις πέτρες και τις ρίξαμε με βία. Κρίναμε, αναρωτηθήκαμε, φιλοσοφήσαμε. Αναμάρτητοι, ανέγγιχτοι από το κακό που απλωνόταν πέρα απ’ τα μαύρα πέπλα μας. Και δικάσαμε. Στείλαμε στην πυρά. Στην αγχόνη. Ευτυχισμένοι. Δίκαιοι. Κουρασμένοι, επιστρέψαμε στα σπίτια μας φορώντας εκείνα τα πελώρια, κομψά χαμόγελα της επιτυχίας. Πριν κλείσουμε τις πόρτες, αφήσαμε τη μαυρίλα έξω. Έξω ήταν καλύτερα, να απλώνεται στα μαύρα ποτάμια των δρόμων.

Ειδησεοφοβία (*) Σκέψεις

Έχω το δικαίωμα άραγε να μην ενημερωθώ; Έχω το δικαίωμα να παραπλανήσω τον εαυτό μου ότι είναι όλα καλά; Ότι εκεί έξω, δίπλα μου, ανάμεσα στον κόσμο που αντικρίζω, όταν περπατώ, δεν υπάρχει διαστροφή, πόνος, μίσος, απανθρωπιά;

Τις φοβάμαι τις ειδήσεις. Φοβάμαι τι θα ακούσω, τι θα διαβάσω. Ποιο νέο είναι εκείνο που θα πουλήσει περισσότερο. Ποιο θα είναι πρωτοσέλιδο, ποιο θα είναι με μαύρα έντονα γράμματα στις εφημερίδες, στα διαδίκτυο, στα περιοδικά. Ξέρω πως δε θα είναι καλό. Το καλό δεν πουλάει. Ξέρω πως θα τρέμω, αν συνεχίσω να το διαβάζω. Ξέρω πως θα αναρωτηθώ τι άνθρωποι είμαστε, αν δεν αλλάξω κανάλι. Αν δε κάνω τον δημοσιογράφο να σιωπήσει με το πάτημα ενός κουμπιού στο τηλεκοντρόλ. Τρέμω.

Φοβάμαι μη χάσω την πίστη μου στους ανθρώπους, φοβάμαι μήπως όλη αυτή η μαυρίλα από το μαύρο κουτί, από τις κάτασπρες σελίδες περάσει μέσα στη ζωή μου και με σημαδεύσει. Μήπως κατακρεουργήσει τον ρομαντισμό μου, τα ιδανικά μου, την αισιοδοξία ότι μια μέρα θα είναι τα πάντα καλύτερα, για όλους μας.

Δεν έχει νόημα να αναφερθώ σε άσχημα νέα. Όλοι τα ξέρουμε, συζητιούνται δίπλα μας, συμβαίνουν δίπλα μας. Και πολλοί από εμάς θα θέλαμε να μην τα γνωρίζουμε, να πάψουμε να έχουμε αυτή τη συνεχή ενημέρωση των κραυγαλέων στιγμών που ντροπιάζουν το είδος μας. Έχουμε όμως το δικαίωμα; Αν δεν ξέρουμε, πώς θα αγωνιστούμε για το αντίθετο; Πώς θα προστατευτούμε, πώς θα προστατεύσουμε τους φίλους μας, τα παιδιά μας, τους γονείς μας, το είδος μας;

Όχι, ο φόβος και η άρνηση δεν είναι η απάντηση.