ΧΑΡΗΣ ΜΑΥΡΟΣ

Nobody(*)Nowhere

Φιλοσοφική αεροδρομίου (*) Σκέψεις

Καθίσματα, ασημί με τρύπες, πλάτες και θάνατος, πλάτη με πλάτη και αυτί που θα στηθεί, δεν κρυφάκουγα θα πει, απλά η λέξη θάνατος χτυπά κι είμαστε νέοι, ναι, είμαστε νέοι, όσο γερνάμε παράλληλα, όσο φοβόμαστε παράλληλα, όσο τον πλησιάζουμε παράλληλα, ναι, τότε, είμαστε νέοι. Φιλοσοφία, φιλοσοφική, απόφοιτος φιλοσοφικής χωρίς να έχω φοιτήσει, Ätna για μουσικό χαλί και shut your mouth, μα εγώ δε σκάω, όχι δε σκάω, όχι δε θα το σκάσω, δε θα το βάλω στα πόδια, θα μείνω εδώ με τις σκέψεις, να τις αντιμετωπίσω μία μία. Κι οι ψευτοπλούσιοι της πόλης με σακούλες Gucci και Prada να τις σκίζουν για να μη χρεωθούν δεύτερη χειραποσκευή, να δίνουν κρυφά στον συνεπιβάτη τους που έχει περάσει τον έλεγχο τσάντα φορτωμένη με ρούχα, υποκριτές, κλέφτες, ναι, θα τους κρίνω, κι ας είμαι ο χειρότερος όλων, ναι, γιατί μπορώ, γιατί θα κριθώ, γιατί το είδα ανεβαίνοντας τη σκάλα, ένας από τους τρεις, ένας το είπε πως δεν είναι λογικό να σου περισσεύουν όταν ο άλλος δεν έχει, δεν είναι, αλλά είναι, αλλά πρέπει να είναι, γιατί μετά εγώ και η καπιταλιστική μου προτομή θα καταρρεύσουμε, η συνειδητοποίηση είναι θάνατος για τους δυτικούς και κανείς δε θέλει να πεθάνει πριν πεθάνει. Κι αλυσίδες καλλυντικών, χαμός από γυναίκες απελπισμένες να ομορφύνουν κι άλλο ή να παραμορφώσουν το είδωλό τους, κι όσοι δεν ήταν εκεί μαζί μου, δεν ξέρουν, δεν ξέρουν τη φρενίτιδα, δεν είδαν το κουρασμένο βλέμμα του αγοριού που μέσα στη φούχτα κρατούσε τα καλλυντικά της κοπέλας του και στο κατεβασμένο χέρι την συμπιεσμένη καρδιά του, δεν είναι ευτυχία αυτό, τα χρώματα στα χείλη, οι μακριές βλεφαρίδες, δεν είναι ευτυχία, αλλά κάπως πρέπει να βάψεις μια ζωή που είναι πεπερασμένη. Κι ο Πουκ, ο σκύλος που με έγλειφε στο πρόσωπο χαρούμενος, κι ύστερα ξέρεις, πρόσωπο λερωμένο, πήγαινε πλύν’ το απ’ την αγάπη για να στο φιλήσουν, τι να τα κάνω τέτοια φιλιά, τι να τους κάνω τους ανθρώπους που δεν ξέρουν να αγαπάνε, που σε αντικρίζουν σαν δεξαμενή εκτόνωσης, σαν πλαστικό μιας χρήσης, αλήθεια τι να το κάνω; Τι να το κάνω που υπήρξα στόχος και ικέτης, που ικετεύα για αγάπη, λες και έχει τον χρόνο ο κόσμος να σου την προσφέρει, αφού πρέπει να χτίσει ένα εγώ, σε κόσμο δυτικό, με κάθε τρόπο, με κάθε μέσο, τι να το κάνω που μιλώ για θάνατο όταν όλοι οι άλλοι αθάνατοι το παίζουν, και δεν καταλαβαίνουν, δεν καταλαβαίνουν τι πέρασα και τι περνώ, τι να το κάνω που με κατηγόρησαν χωρίς να αναλάβουν ευθύνες, τι να τα κάνω τα ψέματα, τα φιλιά πίσω από κουρτίνες, τις αναμνήσεις των σφιχτών αγκαλιών τι να τις κάνω, τι να κάνω με όσα μου στέρησαν και φαίνεται πως εγώ τα στερώ, τι να κάνω με όσα στερώ; Στέρευσα… και ψευτοφιλοσόφω, σε αεροδρόμια, τρεις φορές ακτινοβολήμενος, ξυπόλητος, σε καθυστέρηση πτήσης που δεν έχει έρθει ακόμα, αλλά θα έρθει, σε καθυστέρηση θανάτου που δεν έχει έρθει ακόμα, αλλά θα έρθει. Αυτό κάνω.

ΟΑΣΘ ή ουρές άδειων σωμάτων Θεσσαλονίκης (*) Μικροδιήγημα.

Μόλις κάθισε στον καναπέ, κάθισε δηλαδή ξάπλωσε, δηλαδή δεν ξάπλωσε ακριβώς, μέση και πόδια στις εκατόν είκοσι μοίρες. Κουρασμένος, είχε πει πως δεν μπορεί πια τα λεωφορεία, μα μπήκε, κατέβηκε σώος, χαρούμενος που ανέπνεε όταν βγήκε. Όλα τα φώτα του σπιτιού ανοιχτά, αν ήταν η μάνα του κάπου εκεί θα τσίριζε για οικονομία, μα εκείνος νιώθει πλούσιος αρκετά για να ξοδεύει κιλοβάτ. Παίζει το Remo του Mahmood κι η Θεσσαλονίκη μοιάζει με φωτεινή Ιταλία, με δόσεις από ανατολή, λες κι η ζωή είναι άρωμα, με νότες σανταλόξυλου και καπνού που έχει χρόνια να καπνίσει. Σκέφτεται το λεωφορείο, τις στοιβαγμένες ψυχές, σκέφτεται την εικόνα που αντίκρισε, πλήθος κόσμου με τις οθόνες ανοιχτές, ένα χριστουγεννιάτικο λεωφορείο στην καρδιά του Φλεβάρη. Ρούχα σκοτεινά, βλέμματα άδεια, ο ένας πάνω στον άλλο, μα οθόνες ανοιχτές, λες κι ήταν παράθυρα για λίγη ελευθερία. Πότε γέμισαν τα λεωφορεία με τόσες οθόνες; Αναρωτιέται αν ήταν όντως κάτι παραπάνω από απλή καθημερινή σουρεαλιστική εμπειρία πάνω στο μικρό λεωφορείο της γραμμής. Θυμάται πως ένιωσε να είναι κομμάτι μιας τέλειας σκηνοθεσίας, ίσως του Αγγελόπουλου, τοποθετημένος με τρομακτική ακρίβεια ανάμεσα σε πλάτες, με χέρια φωτεινά, σαν λαμπάδες σε Επιτάφιο. Λιτανεία, δέηση ή πολυτελής μεταφορά των φτωχών; Λίγο φως παραπάνω, δανεικό. Ήθελε να πιστέψει ότι αναζητούσαν φως, τίποτα περισσότερο. Μα όχι. Δεν είχαν ιδέα. Πάλι πίσω στα σπίτιά τους, στην ασφάλεια κι αύριο τα ίδια, αύριο θα δούμε ποιος ανάρτησε περισσότερη ευτυχία, περισσότερη βλακεία, περισσότερη ουσία, αύριο θα συγκρίνουμε ξανά, θα γλιτώσουμε την πλάτη του ξένου, θα ξεχάσουμε ότι σε τούτα τα κινούμενα κουτιά σχεδόν δεν αναπνέουμε, έχουμε κινητά, έχουμε κόσμους πλαστούς να θαυμάσουμε, θα πορευτούμε ξανά, θα στοιβαχτούμε ξανά, θα πηδηχτουμε ξανά, αύριο δε θα πεθάνουμε… ξανά. Το κινητό του πεταμένο στην άκρη, μέση και πόδια στις εκατόν σαράντα μοίρες. Ιερομόναχος της α-τεχνολογίας. Τα φώτα όλα ακόμα ανοιχτά, πλούσιος αρκετά για να ξοδεύει κιλοβάτ.

Ανάλωση (*) Μικροδιήγημα

Πού αναλώνεται ο καθένας, γιατί να με νοιάζει; Σε ποιο τέλειο κάδρο, μπροστά σε ποια υπέροχη τηγανίτα που θα φωτογραφηθεί πολλαπλώς πριν κατακρεουργηθεί βάναυσα από πολυτελή πιρούνια, σε ποιο σπιτικό που είναι χτισμένο με ψέμα, αν όχι με ψέμα, με αποκρύψεις της αλήθειας, σε πόσα φιλιά, σε πόσα κορμιά, σε πόσες εκσφενδονίσεις γενετικού υλικού, σε ποιο γυμναστήριο πίνοντας σκόνη πρωτεΐνης από κάνναβη, χτίζοντας υπομονετικά την τελειότητα, χτίζοντας προφίλ για να βρει το σεξ, την αγάπη, τον σαδισμό ή τον μαζοχισμό, να βρει, κάτι να βρει, να βρει, να βρει, να βρει, αχανές τοπίο κι ατελείωτο ψάξιμο μιας μικροσκοπικής ακίδας ευτυχίας, γιατί να με νοιάζει; Σε ποια υπέροχη πόλη, σε ποιο υπέροχο μέρος, κοιτίδα πολιτισμού ή επίδειξη συγκλονιστικά όμορφου γήινου κάλλους, μοναχικοί, τολμηροί, έμπειροι, απίστευτα γαμάτοι ταξιδιώτες, που γράφουν στην καθισιά άμα λάχει τόμους βιβλίων αυτοβελτίωσης, ή άνθρωποι με υπέροχους φίλους -που θα είναι εκεί; Θα είναι εκεί; Ποιος θα είναι εκεί; Στην τοποθεσία θάνατος, ριφέρ, ποστ και σέιρ με ποιον; Γιατί να με νοιάζει αυτή η ανάλωση, αυτή η υπερανάλωση, η κατανάλωση; Το λες και παρανάλωμα, αφού απόψε διδάσκουμε τα σύνθετα, τα απλά δεν είναι για όλους.

Με νοιάζει πού αναλώνεται η βροχή, σε ποια λίμνη κοιμίζει τον βουβό της πόνο, πόσο βαθιά σκάβει τη γη, αν συναντά πότε τη φωτιά που κρύβει στα σπλάχνα της, για να τη σβήσει.

Με νοιάζει που αναλώνεται το δάκρυ όταν εξατμίζεται και όταν το εισπνέει η διπλανή γειτόνισσα που το πρωί σε κοίταξε με μάτι μισό, έχοντας μέσα της τη δική σου θλίψη, κουβαλώντας άθελά της εσένα, ένα κομμάτι από εσένα.

Με νοιάζει που αναλώνονται οι αναμνήσεις, τα συναισθήματα που δε δίνονται, που δε θα πάρουν πότε μορφή, αν εκρήγνυνται μέσα στους ανθρώπους που τα κουβαλάνε κι αν οι τοίχοι γεμίζουν με τη σάρκα τους κάποια στιγμή απότομα από το μπαμ.

Αλλά γιατί πού αναλώνεται ο καθένας, στ’ αλήθεια, να με νοιάζει;

It’s ok (*) Σκέψεις

Απογεύματα κρύου, με σκοτάδι Σκανδιναβίας σε ελληνικό χώρο, άσπρα κουφώματα ως άσπρο κάδρο μπλε σκούρας εικόνας, αποκομμένος κι εξόριστος για λίγα λεπτά εντός της οικίας, πόσος χρόνος τα λίγα λεπτά χωρίς το διαδίκτυο, χωρίς ψέματα από πλαστές κατασκευές ανθρώπων, πόσο εγώ χωρίς την προβολή των άλλων, πόσο εγώ στα ολοδικά μου λεπτά, σ’ αυτά που δε θα μοιραστώ με κανέναν, χωρίς να γράφω, χωρίς να σβήνω, να αναρτώ, να κόβω άκρες, να χαμογελώ, να γίνομαι ασπρόμαυρος, να γίνομαι μαύρος ή άσπρος, πανί για τους άλλους. Πέντε κάδρα συν ένα απέναντι, πέντε κάδρα και μια μπαλκονόπορτα, το ένα στραβό παραμένει για μέρες, δίχως να το διορθώσω, έτσι για άποψη, έτσι γιατί μπορώ να έχω το σπίτι μου μουσείο σύγχρονης τέχνης που μόνο εγώ θα θαυμάζω. Και το Λονδίνο μέσα στο παρελθοντικό Λονδίνο και το παρελθοντικό Λονδίνο στο ακόμη πιο παρελθοντικό Λονδίνο, ανάμνηση αγγλική σε ελληνικό κεφάλι, πιστοποιημένο με πασπόρτι. Τα τούβλα, τα ψεύτικα λουλούδια, οι σκίουροι, ο Τάμεσης, καταμεσής ο ήλιος, το πάρκο, η πάχνη στο πάρκο, ο Πίτερ Παν και η χώρα του ποτέ που έχει γίνει χώρα του πότε. Οριζόντια ξαπλωμένος και εξακτινωμένος σε χώρες και σύμπαντα, ταξιδευτής του χωροχρόνου, μόνος μα γάλα, βουτυρώδες, παχυντικό, πλήρες. Κυρίως το τελευταίο.

Ταξίδι με έκπτωση 90% (*) Μικροδιήγημα

Χωρίς βαλίτσα, χωρίς ρούχα, χωρίς κορμί, κορμί που ιδρώνει νυχθημερόν να βγάλει άλλη μια μέρα, ταξίδι δωματίου σε πεντέμισι τοίχους, χωρίς διαβατήριο και πτήσεις, χωρίς προορισμό, παντζούρια κατεβασμένα, ούτε ουρανός, ούτε ομορφιές αντικειμενικές να τρέφεται η όραση, ταξίδι δωματίου, με λογισμό ή μάλλον σκέψη αφηρημένη, χωρίς όνειρα, χωρίς προσδοκίες, χωρίς αναφορά σε φίλους, φίλους εκπτωτικούς, φίλους πεπτωκότες ή απλά κότες, φίλους καλούς μα μακρινούς, ξέμακρους σαν τα ακρογιαλιά που ποτέ δεν αγάπησα πολύ, παιδί των οροσειρών και της ομίχλης, άραγε μασουλούν ακόμη οι αγελάδες στα βουνά του Έβρου μες στη νύχτα, άραγε οι εκπτώσεις των ονείρων και των ζωών μας σε ποιο ταξίδι τάχα να μπορούνε να χωρέσουν, ταξίδι δίχως αναρτήσεις, δίχως ιστορίες και μπράτσα και ήλιο και ζηλευτή χαρά, ψέμα η χάρα η τόση, και κούραση για όποιον πρέπει να αναλωθεί στο ψέμα τούτο, ψέμα οι πανέμορφες φωτογραφίες, τα φίλτρα, ταξίδι δίχως φίλτρα, δίχως χρώματα ανυπέρβλητα, συμπιεσμένο στην αστική ώρα που οι τηλεοράσεις των γειτόνων παίζουν δυνατά σε ξένη γλώσσα κι η γειτόνισσα γελά, γελά ασφαλής στους τρεισήμισι τοίχους, τοίχοι και κεφάλια σε παράλληλη διάταξη, κι ο θάνατος που καρτερά, τον κάθε έναν που γελά ή κλαίει, οπότε κλάψε ή γέλα άφοβα, δίχως να σε μέλει, θάρρος η ζωή τους θέλει, ταξίδι ψυχής, η μόνη που κάπως σου μένει και σου συμπαραστέκεται, αυτή που σου κληροδοτήθηκε, ταξίδι μέσα σε ταξίδι, αυτό είμαστε, κλείνω τη θέση, προσφορά, σε όλα έκπτωση, ενενήντα στα εκατό, και το εκατό πουθενά, πάντα άφαντο όταν το χρειάζεσαι, πάντα ένα βήμα μετά αφού σου έχουν κλέψει ήδη την καρδιά, τα γεγονότα, όχι οι άνθρωποι, εμείς τα είπαμε, είδος εκπτωσιακό, εννιά και εικοσιπέντε, σαρανταπέντε μαστόροι και εξήντα μαθητάδες, δε γράφω, δε γράφω, δε γράφω, ταξιδεύω. Δέκα τις εκατό.

Αρέσει σε %d bloggers: