Όμορφα ταλαιπωρημένοι

Όμορφα ταλαιπωρημένοι θα σέρνουμε τις γυμνές μας ψυχές
Και ξοπίσω το λιοπύρι θα καίει τις μικρές ανάσες, α-νά-σες
Θα τρέχουμε με μάτια στην πλάτη και πλάτη στο μέλλον,
ξοπίσω ο πλούτος της φτώχιας, η φτώχια του πλούτου που ά-φη-σες
Δε θα γράφουμε, δε θα σβήνουμε, μονάχα βαθιές αναπνοές
Είναι το χτες μικρό, το αύριο τεράστιο για ψεύτικες α-γά-πες
Μια μέτρηση ακόμη των κορμιών, μια αναμέτρηση ψυχών σου ζητώ
Εκείνο το χαμόγελο σε στάση λεωφορείου που μου χά-ρι-σες.

Narciso (*) Διήγημα short fiction

Οι δρόμοι είναι χιονισμένοι. «Σαν χιονισμένοι», σκέφτομαι, γιατί το χιόνι τους είναι πια μαύρο, πατημένο, λερωμένο λες και με κάποιον περίεργο οι ακαθαρσίες των περαστικών ψυχών έχουν καθίσει πάνω του. Έρχομαι να σε βρω, φορώντας την κοντή μου φούστα μέσα στο κρύο, την ίδια κοντή φούστα που φορούσα χτες και σε γνώρισα. Φορώντας το ίδιο χρώμα στα χείλη μου, πρόχειρα αυτή τη φορά, με τα μαλλιά μου ανάκατα, σχεδόν όπως ξύπνησα. Σκέφτομαι πόσο όμορφος είσαι. Σκέφτομαι πως με προσέγγισες χτες το βράδυ, πως βρήκες λίγο χώρο μέσα στη ναρκισσιστική σου διάθεση να υπάρξω και εγώ. Έπαιζε το «Last flowerς» των Radiohead την ώρα που σχολίασες τη φούστα μου. Όχι εμένα. Και εγώ χάρηκα, οι φίλες μου δίπλα χαζογελούσαν. Με αγκάλιασες σε κάποια φάση ψυχρά, με αγκάλιασες σαν να ήθελες να δείξεις ότι μπορείς να το κάνεις, όχι σαν να το εννοούσες. Και ήξερες πως είσαι όμορφος. Ήμουν απλά μια προσθήκη στην ομορφιά σου. Μου έδωσες το τηλέφωνό σου. Ραντεβού στην πλατεία με το άλογο. Το περήφανο ψηλό άλογο, στο οποίο είμαι δίπλα. Εσύ δεν είσαι καν εδώ. Μάλλον δε θα έρθεις. Μάλλον δε θα υπάρχει χώρος για ένα ακόμη άτομο δίπλα σου. Και να πού σε βλέπω. Είσαι μπροστά από έναν καθρέφτη σε ένα γωνιακό κατάστημα οπτικών. Διορθώνεις τα μαλλιά σου. Κοιτάζεσαι. Θαυμάζεις μάλλον τον εαυτό σου. Σε περιμένω δύο ολόκληρα λεπτά, αλλά εσύ δεν έχεις ξεκολλήσει από την εικόνα σου. Δε γυρνάς καν να δεις αν είμαι εδώ. Πηγαίνω δίπλα στο άλογο. Ανεβαίνω στο μαρμάρινο ύψωμα και αγκαλιάζω τον λαιμό του. Το αγκαλιάζω. Είναι πιο ζεστό από σένα. Ξαφνικά κάνεις μεταβολή και με βλέπεις. Μου χαμογελάς σαν να είμαι τρελή, ένα παιδί που κρεμιέται από αγάλματα στις πλατείες, και ετοιμάζεσαι να περάσεις απέναντι, να έρθεις σε μένα. Μην περνάς άδικα, καλέ μου, φεύγω. Για την ακρίβεια, δεν ήρθα πότε μου.

Δε μιλούν για έρωτα όλες οι λέξεις (*) Ποίημα

Δε μιλούν για έρωτα όλες οι λέξεις, σου είπα.
Δες. «Τοίχος». «Μαύρο». «Ψάρι». «Απόσταση»
Μου είπες πως οι λέξεις είναι δεξαμενές.
Δε μου το είπες. Το ζωγράφισες. Με εκείνην τη σιωπή σου.
Σε κοίταξα. Έγνεψα ναι.
Δεξαμενές όπως οι σάρκες. «Σάρκες».
Και πάνω στον τοίχο φαντάστηκα τα κορμιά μας,
Παγωμένα στη μια πλευρά τους, καθώς τον ακουμπάνε,
πυρωμένα στην άλλη, στη θέρμη του έρωτα.
Μέσα στο μαύρο προέβαλε το γέλιο σου,
εκείνο με το μικρό άνοιγμα στη μέση των δοντιών,
που κάθε τόσο θέλω να τρυπώνω.
Ένα χρυσόψαρο -ξεχνάει άραγε τον πόνο της ύπαρξής του;-
να κολυμπάει στον βυθό των πράσινων ματιών σου,
πνίγεται η μελαγχολία σαν σε κοιτώ.
… και έμεινε η «απόσταση».
Συνώνυμη με τόσα. «Εμπόδιο». «Απουσία». «Έλλειψη».
Καμιά απόσταση δε σταματά τον έρωτά μας, αγάπη μου.
Δε μιλούν για έρωτα όλες οι λέξεις, σου είπα.
Δες.

Η ανυπαρξία του ιδανικού συντρόφου (*) Σκέψεις

Κοιμάσαι. Ξυπνάς. Ονειρεύεσαι. Κοιμισμένος ή ξύπνιος, δεν έχει τόση σημασία. Πάντως ονειρεύεσαι. Και μέσα στα πολλά που ονειρεύεσαι είναι η στιγμή που θα συναντήσεις το ιδανικό σου ταίρι ως άλλο μήλο που θα σε βρει κατακέφαλα μια μέρα που θα ξαποστάσεις κάτω από μια τυχαία μηλιά. Μάλλον κάπου εκεί είναι που πρέπει πραγματικά να ξυπνήσεις.

Το ιδανικό ή «άλλο μισό» ή «παντοτινό μου ταίρι» είναι ένα πλάσμα που ποτέ δε θα συναντήσουμε. Και αν περιμένουμε να το συναντήσουμε, τότε θα αδικήσουμε κάθε πλάσμα που θα συναντάμε, γιατί είτε θα το απορρίπτουμε γιατί δε θα πληροί τα standards είτε θα πέφτουμε πάνω του με τα μούτρα, ντύνοντάς το με όλες εκείνες τις προσδοκίες του ιδανικού, μη βλέποντας αυτό που πραγματικά είναι.

Όχι και μάλιστα όχι κάθετο, σαν εκείνη την κολόνα της Δ.Ε.Η. που έχεις πέσει πάνω της άπειρες φορές τυφλωμένος από έρωτα. Όχι, ιδανικός άνθρωπος δεν υπάρχει. Υπάρχουν όμως ιδανικές σχέσεις. Και είναι εκείνες που χτίζουμε με κόπο, με προσπάθεια, με διάθεση για κατανόηση. Με εμπιστοσύνη, με συγχώρεση και σεβασμό της ατομικότητας. Με λάθη, ναι, ακόμα και με τα λάθη μας. Με την παραμονή μας στη σχέση τις φορές που θέλουμε να το βάλουμε στα πόδια φοβισμένοι, τρομαγμένοι, κουρασμένοι ή απογοητευμένοι. Παλεύοντας, ποντάροντας, χάνοντας, ρισκάροντας, πονώντας. Γιατί οι ιδανικές σχέσεις δεν έχουν να κάνουν με ιδανικούς ανθρώπους, πρίγκιπες, αμαζόνες, μοντέλα, διανοούμενους και γεμάτα πορτοφόλια. Οι ιδανικές σχέσεις έχουν να κάνουν με το πώς συντονίζονται δυο καρδιές, πώς χαράσσονται τα χαμόγελα στα πρόσωπα των ερωτευμένων, όταν μοιράζονται ακόμη και τα πιο απλά. Ένα σάντουιτς κομμένο στα δυο, ένα προφιτερόλ, το ίδιο μαξιλάρι.