«Οι αγάπες δεν κηδεύονται τις Τρίτες»

 

Το βιβλίο:

Βράδυ Δευτέρας. Ο ένας απέναντι στον άλλον, παγωμένες εκφράσεις, τη στιγμή που η κρύα κάννη ενός όπλου ανάμεσά τους προκαλεί αμφιβολίες αν η Τρίτη θα ξημερώσει και για τους δύο.

Κάποτε, τα λιγοστά βράδια που έμεναν μαζί ξημέρωναν αλλιώς. Τα κορμιά τους μπλέκονταν μεταξύ τους και οι καυτές ανάσες τους μύρωναν τον έρωτά τους. Δεν υπήρχε καμιά θέση για πόνο και αμφιβολία. Η αγκαλιά τους ήταν ο πιο ασφαλής τόπος του κόσμου.

Εκείνη μια γυναίκα παντρεμένη, με δύο παιδιά, λίγο πριν τα πενήντα της χρόνια. Ένας γάμος χωρίς το χάδι του έρωτα πια, παρά μόνο με συμβιβασμούς και τεράστια οικονομικά προβλήματα, που την είχαν οδηγήσει στο όριο της φτώχειας.

Εκείνος μόλις είκοσι πέντε, άνεργος, αναγκασμένος να ζει με τη μικρή –παράξενη– αδελφή του και έναν πατέρα που γνωρίζει καλά πώς να τους δυναστεύει, μέσω της οικονομικής του κυριαρχίας.

Ένας ύμνος στην παράφορη καρμική αγάπη, στην αγάπη που αγγίζει το όριο της παράνοιας, στην αγάπη που φτάνει ένα βήμα πριν τον θάνατο.

Διαβάστε εδώ τις πρώτες σελίδες:

http://savalas.gr/wordpress/pdfPublications/28240/#/0

 

Στάχτες (*) Ποίημα

Αγάπη μου, στην αγκαλιά μας μέσα καίγονται όμορφα οι πόνοι

και η μέρα μοιάζει μεγαλύτερη, το σύμπαν πιο μικρό, συμπυκνωμένο,

οι σφαίρες και τα όπλα τους, οι αδικίες τούτης της πλάσης χάνονται,

οι φόβοι και τα ψέματα και οι πληγές που σου έκανα και μου έκανες.

Αγάπη μου, καθώς πλέκονται τα χέρια μας μεταξύ τους

δε μένει χώρος για τη λύπη και η θλίψη μαζεύει τα αγκάθια της,

κανείς δεν έχει δύναμη για να μας βλάψει, ούτε ο θάνατος,

είμαστε εγώ και εσύ κρυμμένοι στην πιο όμορφη ασπίδα.

Αγάπη μου, μόνο αυτό το ποίημα θα υμνεί την ομορφιά της αγκαλιάς μας,

στο θαύμα που συμβαίνει κάθε φορά που σ’ αγκαλιάζω, ποιος να ζητήσει μάρτυρες;

Και ας μας προδίδουν κάθε φορά οι στάχτες στα σεντόνια,

όλων αυτών που κάηκαν και έμειναν ξοπίσω.

 

Το ασθενές κορμί (*) Διήγημα short fiction

Το ασθενές κορμί έχει ανάγκη από άστρα να φυτευτούν εντός του και να λάμψει ο μαύρος ουρανός των πνευμόνων του, έχει ανάγκη από πολλά χρώματα να ρέουν στα αυλάκια των πετρωμένων του φλεβών, όχι άλλο εκείνο το πηχτό μαυροκόκκινο χρώμα του πόνου. Έχει ανάγκη από δάση και δρόμους στρωμένους με πέτρες και σπίτια φτιαγμένα από σοκολάτα καταμεσής ενός ξέφωτου και έχει λαχτάρα να τα καταβροχθίσει με μιας και ας μην μπορεί. Έχει ανάγκη δυο φτερά στην πληγωμένη του πλάτη και έναν ουρανό τεντωμένο σε γαλάζιο σεντόνι για να πετάξει σαν μικρή κουκκίδα που πλησιάζει στον ήλιο.  Έχει τη λύσσα εκείνη να σταθεί όρθιο και πάλι, να αγκαλιάσει περήφανα και ισότιμα το αλαζονικό υγιές κορμί που πριν λίγα δευτερόλεπτα μπορεί να το έχει προσπεράσει. Το ασθενές κορμί έχει ανάγκη από τείχη αγάπης που θα κρύψουν καλά την ψυχή του να μη νοσήσει και αυτή. Γιατί το ξέρει, πρώτη μόνο εκείνη μπορεί να παραιτηθεί.