ΧΑΡΗΣ ΜΑΥΡΟΣ

Nobody(*)Nowhere

Η ευλογία του άσημου βίου (*) Σκέψεις

Να προχωράς σε μεγάλες οδούς, με τη μουσική να χαϊδεύει τα αυτιά σου, με ή χωρίς ακουστικά, δικός σου κόσμος, δική σου σκηνοθεσία, δικός σου ο λεκές απ’ παγωτό στο μπλουζάκι και να μη σε νοιάζει, ο άλλος, η άλλη, το άλλο, το κάθε λεπτό ολοδικό σου, μόνο για σένα, εσύ για σένα, στην ευλογία της ανωνυμίας που κάποτε είχε τονίσει ένας θείος σου, αλλά ήσουν πολύ μικρός για να αντέξεις το σκοτάδι της, ήθελες να κολυμπήσεις κάτω απ’ τους φακούς των άλλων, που τους ανοίγουν και τους κλείνουν οπότε θέλουν, που σε αφήνουν να περπατάς στα βάγια και την επόμενη εσύ, όχι ο Βαραββάς, εσύ να φωτίσεις σταυρωμένος το δικό τους σκοτάδι, οπότε Χριστός με το δικό του σταυρό, μόνος, εσύ κι η Παναγιά σου, εσύ κι ο δικός σου Χριστός, μακριά από βασιλείς και βασίλεια, από κάστρα περίτεχνα, με εξέδρες που εύκολα κανείς μπορεί να σε σπρώξει, με το δικό σου ευλογημένο σκοτάδι που έχεις αποδεχτεί, που το φοράς ως μανδύα και ανακαλύπτεις τον κόσμο μόνο για σένα, δε σε ξέρει κανείς άλλωστε πραγματικά για να σε πει εγωιστή, γιατί ποτέ δε θα αφήσεις να σε μάθουν, αφανής ακόμη και για φίλους, ζωές περαστικές και πεπερασμένες, άσημες και διάσημες, το ίδιο τέλος, μα η δική σου ζωή δε θα ‘χει ταΐσει κανενός όρνιου το άδειο στομάχι. Δικός σου ο λεκές απ’ το παγωτό στο μπλουζάκι.

Ξηρό φατνίο (*) Μικροδιήγημα

Τι να το κάνεις το δόντι; Εκεί που είναι, είναι άχρηστο, προβληματικό, ήδη έχει αρχίσει να χαλάει. Θα σου δημιουργήσει πρόβλημα στο μέλλον -μα στο μέλλον, σκέφτηκε εκείνος, όχι τώρα-, θα χαλάσει το μπροστινό που είναι ακόμη γερό, δεν το χρειάζεσαι, βγάλ’ το, βγάλ’ το, βγάλ’ το.

Πόσο εύκολα αποχωρίζονται οι άνθρωποι τα άχρηστα, κατεστραμμένα, μη λειτουργικά ή ακόμη χειρότερα με πιθανότητα μη λειτουργικότητας στο μέλλον, πόσο εύκολα ρίχνουν μαύρη πέτρα, ιδίως όταν υπάρχει δικαιολογία, όταν υπάρχει σοβαρή δικαιολογία, όταν αυτή η ρημάδα η λειτουργικότητα είναι το πρώτο, αλλά και το τελευταίο κίνητρο. Αυτό σκέφτηκε. Πως δεν ήταν έτοιμος να βγάλει το δόντι. Κι ας ήταν για καλό. Της το είπε. Θα το έβγαζε, αλλά θα ένιώθε σαν να λείπει κάποιο του κομμάτι, ποτέ δε θα ήταν ο ίδιος, πότε δε θα ήταν ολόκληρος όπως πριν. Κι εκείνη γέλασε.

Κι όσο του το έβγαζε, σκέφτηκε το «jeong», την κορεάτικη λέξη, σκέφτηκε την ταινία που είχε δει και μιλούσε για κάποιους δεσμούς που ακόμα κι αν η αγάπη μετατρέπεται σε μίσος αυτοί παραμένουν. Ο πόνος ήταν πιο ισχυρός απ’ την αναισθησία, να είσαι αναίσθητος του είπαν, αν θέλεις να τη βγάλεις καθαρή, να είσαι αναίσθητος. Ίσως έφταιγε η δόση, ίσως το δόντι που επί μία ώρα αρνούταν κι εκείνο να τον αποχωριστεί, απορημένο, φοβισμένο που έπρεπε να αποχωριστεί τη μάνα σιαγόνα -μα γιατί, γιατί αφού ίσα που έχω αρχίσει να χαλάω, γιατί τώρα, γιατί όχι στο μέλλον, αφήστε με εδώ, αφήστε με εκεί που ανήκω-.

Όμως όχι. Εκείνη το ξερίζωσε, με έκδηλη χαρά, βρήκε τον τρόπο να το λαξέψει γύρω γύρω, όπως ξεριζώνουν τα δέντρα, ακριβώς όπως κάνουν με τα δέντρα. Ρίζες και ρίζες και ξεριζωμοί. Του το έδειξε για να επιβεβαιώσει τη νίκη της. Για να μεγεθύνει τη θλίψη του. Ήταν σαν ένα μικρό, άσπρο, κουλουριασμένο ματωμένο μωρό. Νεκρό πια…

Δεν έκλαψε. Δεν το θρήνησε. Γύρισε σπίτι, εφησυχασμένος ότι είχε εξασφαλίσει ένα καλύτερο μέλλον στην οδοντοστοιχία του, στην ίδια του τη ζωή.

Μα οι μέρες πέρασαν και η κοιλότητα δε γέμισε ποτέ με αίμα. Αρνούταν να θεραπευτεί με τρόπο φυσιολογικό. Έπρεπε να δηλώσει αισθητά τη θέση που είχε μείνει κενή. Jeong. Ξηρό φατνίο. Για όσα δε θρηνούν τα μάτια, ο πόνος πάντα θα βρίσκει τρόπο να θρηνεί.

02:19 (*) Σκέψεις

Δύο και δεκαεννιά. Ακούγεται σαν ανέκδοτο, ωστόσο είναι ώρα. Μια καλή ώρα για να γλείψει η γάτα σχολαστικά τις τρίχες της και να ανατρέψει την παράδοξη ησυχία που επικρατεί σε αυτήν τη μισητή γειτονιά. Είναι μια καλή ώρα για να σκεφτείς τι μέγεθος έχει ο κυνισμός, με την προϋπόθεση να έχει μέγεθος, να αναρωτηθείς ποιος ή ποια στον διάολο εφηύρε το λεξικό στα κινητά και γιατί δεν το έχεις αφαιρέσει αφού δεν είσαι ανορθόγραφος (μάλλον για να μπορείς να βρίζεις αυτόν τον κατ’ άλλα άγιο των ανορθόγραφων άνθρωπο), μια καλή ώρα για να βουτήξεις στη θάλασσα των αντιφάσεων, να μισήσεις όσους γράφουν βιβλια αυτοβελτίωσης και οδηγούς αισιοδοξίας, να μισήσεις και όσους τα διαβάζουν (ποιον ή ποια να πρωτομισήσεις;). Μια πολύ καλή ώρα να σφουγγίσεις το μυαλό σου και να τρέξει το πορτοκαλί των τοίχων που κοσμεί σπίτια της Ιταλίας, να πλέξεις γύρω απ’ την καρδιά σου κόμπους, έναν για κάθε νεκρό σου και να προσευχηθείς για όλους τους ή έστω να τους πείσεις να προσευχηθούν για σένα, να κάνεις μαθηματικές πράξεις με τα εκατό χρόνια μοναξιάς, να χορέψεις στο σκοτάδι αποφεύγοντας τα παρατημένα εμπόδια της μέρας που κοσμούν το πάτωμα, να κολυμπήσεις ξαπλωμένος στο κρεβάτι σου, να σκεφτείς τους δύτες που δεν μπόρεσαν να βγουν στο φως, να πατήσεις τον διακόπτη και να το ανάψεις. Μια καλή ώρα για να πάει δύο και είκοσι. Για να έρθει αναπόφευκτα το μέλλον.

Luxembourg (*) Οδοιπορικό

Την πόλη του Λουξεμβούργου την αγαπούσα πριν ακόμα την επισκεφτώ. Δεν ξέρω γιατί για κάποια μέρη ή ανθρώπους η ψυχή σου γνωρίζει από πριν πως πρόκειται να σε κερδίσουν. Ίσως ήταν δική μου ανάγκη να με κατακτήσει, αλλά το γεγονός παραμένει ένα: πως αυτή η πόλη κατάφερε να είναι από τις πλέον αγαπημένες μου.

Δεν τη θυμάσαι πάντως για τα κτίρια του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που παρά την εντυπωσιακή, σύγχρονη, αρχιτεκτονική τους δεν μπορούν να συγκριθούν με την πολυεπίπεδη παλιά πόλη.

Τη θυμάσαι σίγουρα για την ώχρα των κτιρίων, τις υπέροχες γκρι στέγες που αγκαλιάζουν αρμονικά το γκριζογάλανο χρώμα του ποταμού, τις πράσινες νότες που ξεπετάγονται ανάμεσα στα κτίρια, την ευγένεια των ανθρώπων της, τους ακροβάτες και τους μουσικούς που προσέλκυαν κόσμο σε κάθε μικρή πλατεία,  την ομορφιά του φυσικού τοπίου, την ηρεμία που αποπνέει και τη διαφορετικότητα σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Θα σου χαραχτεί σίγουρα στο μυαλό η ουρά σε ξακουστή σοκολατερί στο κέντρο της πόλης, το άγαλμα της «χρυσής κυρίας» που στεφανώνει από ψηλά κάθε περαστικό, θα σου χαϊδεύει τα ρουθούνια μέρες μετά ο δροσερός αέρας του καλοκαιριού που σε σκέπαζε πατρικά εκεί τα βράδια και θα σου δίνει την ψευδαίσθηση πως όλες οι πόλεις του κόσμου είναι το ίδιο ασφαλείς και παραμυθένιες.

Θυμάμαι εκείνο το υπέροχο καφέ (Kaale Kaffi) που με έκανε να νιώσω την τέχνη να κατακλύζει κάθε μου κύτταρο, από τις λεπτομέρειες στα φλιτζάνια μέχρι τα έπιπλα και τα τεράστια δεσποτικά κάδρα που κρέμονταν από πάνω μου. Κατεβαίνοντας τις σκάλες για την τουαλέτα, βυθισμένος στις σκέψεις μου, ανακάλυψα μια μικρή πινακοθήκη, πίνακες στοιβαγμένους τον έναν πάνω στον άλλον και παλιά καβαλέτα, λες κι είχα ανακαλύψει την κρυφή αποθήκη κάποιου σπουδαίου ζωγράφου ή συλλέκτη έργων τέχνης. Λες και στο Λουξεμβούργο, κάθε υπόγεια και πολύ προσωπική σου στιγμή να έχει τη δική της καλλιτεχνική αξία.

https://www.visitluxembourg.com/en/where-to-go/luxembourg-the-capital-city

Συγκρίσεις (*) Μικροδιήγημα

Ήταν ετών δεκαοχτώ. Κι αφού δεν μπορούσε να έχει κήπο, έβαλε μπρος του μια κουρτίνα γιομάτη λουλούδια, άσπρα και πορφυρά μπουκέτα, άνοιξη σε ύφασμα. Κι αφού στα ρουθούνια του δεν έφτανε η αλμύρα της θάλασσας, έβαλε κάδρα με χρώμα και σε ένα από αυτά βάρκες πάνω στο νερό, σε ένα από αυτά έκλεισε το καλοκαίρι, τα παιδικά γέλια, το καμμένο δέρμα, την άμμο ανάμεσα στα δάχτυλα, την ανεμελιά της άγνοιας ως προς την ενήλικη ζωή, την ανεμελιά της άγνοιας ως προς τη ζωή. Κι αφού οι άνθρωποι έχουν τη ροπή να αποδεικνύονται απογοητευτικοί, περνούσε γρήγορα μπροστά από τους καθρέφτες, τόσο που όταν το βλέμμα έπεφτε επάνω, αναρωτιόταν ποιος να ‘ναι τάχα ο νεαρός, τι πλάσματα είναι αυτά που ντύνονται με χρώματα να κρύψουν το αδιάφορο απροσδιόριστο χρώμα της ύπαρξής τους. Χώμα. Νερό. Κι αφού η εποχή έξω δεν είχε όνομα, απροσδιόριστη σαν όλα τα άλλα πια, αυτοβαπτίστηκε χειμώνας, πήρε το μεγάλο ψαλίδι απ’ τα ραπτικά, στην κόψη του καθρέφτης, κι έσκισε σε κομμάτια την άνοιξη. Έριξε κάτω τα καλοκαίρια και τα πάτησε, μόνο φθινόπωρο δε βρήκε να σκοτώσει, ίσως γιατί τον ήξερε καλά και του κρυβόταν. Κι έμεινε έτσι γυμνός, ποθητός χειμώνας, ανάμεσα σε κορδέλες άνοιξης και σε γυαλιά αλμύρας, με έναν καθρέφτη στο χέρι. Μη με ρωτήσεις αν τον βρήκανε νεκρό.

Αρέσει σε %d bloggers: