ΧΑΡΗΣ ΜΑΥΡΟΣ

Nobody(*)Nowhere

Μονοσύλλαβο (*) Μικροδιήγημα

Το Μονοσύλλαβο πήδηξε πολύ ψηλά και τις δύο φορές που με είδε. Έγλειψε τη μύτη μου με λαχτάρα, τα χέρια μου, το στόμα μου, μύρισε τις πατούσες μου, τα μαλλιά μου. Έφερε την μπάλα του να παίξουμε ξανά και ξανά. Γρύλλισε για να μην του πάρω το σχοινί του, με κοίταξε στα μάτια σαν να είμαι η Κούβα, ο Νταλί, ο Πολικός Αστέρας. Το Μονοσύλλαβο πρόλαβε να με αγαπήσει, έτσι όπως τα δισύλλαβα ή λοιπά πολυσύλλαβα δε θα μάθουν ή καλύτερα δεν μπορούν να αγαπήσουν πότε σε χρόνια ολόκληρα. Το έκανε, ενώ το συνάντησα μόνο δύο φορες. Απλοποίηση της αγάπης. Την κάνουν εύκολη, δεδομένη, χωρίς κόπο. Έχει τελικά νόημα ο κόπος, που κάποτε υπερασπιζόμουν; Ξέρω ότι θα ήμουν καλύτερος πατέρας για εκείνο. Θα το άφηνα να ανεβαίνει στο κρεβάτι, θα το είχα κάθε βράδυ στην αγκαλιά μου. Θα ήμουν μαζί του πολλές ώρες, θα το έβγαζα βόλτα, θα φρόντιζα να εκπαιδευτεί σωστά και να είναι ευγενικό. Θα του εξασφάλιζα παρέα, ακόμα και τις ώρες που θα έλειπα. Θα ήμουν καλύτερος πατέρας. Το Μονοσύλλαβο θα ήταν πιο ευτυχισμένο. Και τώρα είναι. Γιατί δεν ξέρει. Δεν ξέρει από δισύλλαβα, τρισύλλαβα, πολυσύλλαβα. Και δε θα μάθει ποτέ. Δε θα το ξαναδώ. Ίσως το πετύχω τυχαία κάποια στιγμή. Ίσως τότε τουλάχιστον να έχω μάθει εγώ.

Εξαιρετικά συναισθηματικά αναίσθητος (*) Μικροδιήγημα

Εξαιρετικά συναισθηματικά αναίσθητος ή εξαιρετικά αναίσθητα συναισθηματικός. Τρία λεπτά πριν τις δώδεκα, σήμερα, τρία λεπτά πριν τις δώδεκα, προχτές. Έπρεπε να φύγω, ήμουν κι εγώ φίλος της Σταχτοπούτας, ήμουν μεταμόρφωση του ασώτου, ήμουν επιρρεπής και πάντα θα ‘μαι. Κι οι αλήθειες δε διαχειρίζονται, ίσως γιατί δεν υπάρχουν. Και όσα υπάρχουν δε διαχειρίζονται, ίσως γιατί δεν είναι αλήθεια. Λαμπαντέρ αναμμένο, κι άνθρωποι που σ’ αγαπούν, άνθρωποι που αγαπούν να σε μισούν, σβήσ’ το, σβήσ’ το το γαμημένο, πότε άρχισα να βρίζω και να το απολαμβάνω, πότε άρχισα να κάνω προτάσεις σιδηρόδρομους, πότε άρχισα να αγαπώ τα τρένα; Εκείνο ξέρει, ξέρει τα τρυπημένα από βέλη σημεία, ξέρει τα αιμάτινα ρυάκια, ξέρει. Εκείνο ξέρει όσα δεν έγιναν γράμματα, ξέρει όσα δεν ξέρουν οι δικαστές, ξέρει όλες τις πλευρές, θέλω να ελπίζω ότι ξέρει. Σταυρουδάκι πλαστικό, χιλιόμετρα πίσω μου. Σταυρουδάκι από χρυσό, πάνω μου, σταυρουδάκι μαρτυρικό εκεί. Κι αλλού. Κι εκεί. Κι εγώ εδώ, ζητιάνος, που αποφάσισε να πάψει να ζητά, εξαιρετικά συναισθηματικά αναίσθητος ή εξαιρετικά αναίσθητα συναισθηματικός. Θέλω να ελπίζω ότι ξέρει.

Στην κοιλάδα των χαμένων ψυχών (*) Ποίημα

Στην κοιλάδα ρέουν, ρέουν όπως το νερό.

Οι χαμένες ψυχές ρέουν, ρέουν όπως τον νεκρό.

Και γεμίζουν την κοιλάδα, αδειανή κοιλάδα μένει,

ο νεκρός δε σε προσμένει,

ο νεκρός δεν περιμένει,

ρέουν, ρέουν, ρέουν.

Στην κοιλάδα των χαμένων ψυχών

μόρια κι απολήξεις,

πορτοφόλια, καταλήξεις,

ημερομηνίες λήξης ρέουν,

ολοένα ρέουν.

Κι από κοιλάδα γίνονται βουνό.

Κανείς δεν έχει ιδέα (*) Μικροδιήγημα

Το ρεύμα καίει, καίει άσκοπα, τέσσερις λάμπες αναμμένες, αντί μίας, κανείς δεν έχει ιδέα. Καρδιά κομμένη, άτομα, α-τέμνω (κι όμως πόσο τέμνω), σώμα απλωμένο σε καναπέ, καναπές απλωμένος σε σπίτι, μικρό, μίζερο, ζοφερό, ενέργεια συσσωρευμένη από θυμό, θα έπρεπε να τη λένε θυμική ενέργεια, μα άλλο το θυμικό. Άλλο το θυμικό, μα πόσο ίδιο κανείς δεν έχει ιδέα. Γάτα στο πλάι, όχι πολύ κοντά, ούτε πολύ μακριά, λες και ξέρει τις ισορροπίες των σχέσεων, σου λέει αν σ’ αγαπήσω κι εσύ το ξέρεις, θα με πληγώσεις, κι ας είμαι γάτα. Γιατί μια γάτα πόσο πληγώνεται κανείς δεν έχει ιδέα. Μάζα, φυλλάδιο ένα. Όγκος, φυλλάδιο δύο. Κι όλα εκείνα που δε σου μαθαίνουν, φυλλάδιο τρία. Φωτοτυπίες στις οχτώ παρά, πίσω μπρος, μπρος πίσω, χαμένο πάει το μελάνι, χαμένο πάει το χαρτί, το δέντρο που κόπηκε, χαμένη πάει η ζωή, πόσο χαμένη κανείς δεν έχει ιδέα.

Αφανείς (*) Μικροδιήγημα

Αφανείς ώρες εργασίας, σε ανήλια κρεβάτια, απλωμένα χαρτιά, σχεδιαγράμματα. Ρωμαίοι, στρατοί, σφαγές, αιχμαλωσίες, ενεργητική, παθητική φωνή, αριθμοί με πολλά ψηφία, ζωή εντός εκτός κι επί ταυτά, ποια αυτά κύριε; Ποια αυτά; Ώρες εργασίας εκτός πλαισίου, το εδώ ως πλαίσιο, το εδώ ως τώρα, να χτίζεις κόσμους σε γκρεμισμένα εδάφη, ανορθόδοξο. Ποια ορθοδοξία, κύριε; Κι εγώ ως όλοι οι άλλοι, ίδιος, κομμάτι της σήψης τους. Γριά σε μπαλκόνι με φτυάρι, άεργος, οκνηρός που σφυρίζει και πληρώνεται, άεργος ενώ εργάζομαι ιδρώνοντας σε ανήλια κρεβάτια, απλωμένα χαρτιά. Κι ο μαθητής, τελευταίο θρανίο, μικροσκοπικός, ανοίγει το στόμα σοβαρός κι απαντά: Πίσσα, σκοτάδι, θάνατος. Ποια σχέδια; Ποια γράμματα;

Αρέσει σε %d bloggers: