ΧΑΡΗΣ ΜΑΥΡΟΣ

Nobody(*)Nowhere

Εκσυγχρονισμός (*) Ποίημα

Να εκσυγχρονιστείς
Να μη θέλεις να τρως πρωινό συντροφιά στο κρεβάτι
Να μη θες αγκαλιές και πορείες προσκυνητικές με δάχτυλα σε κορμί που θα εμπιστεύεται μονάχα το δικό σου
Να μη θες λόγια αγάπης, ποιήματα και ανταποδώσεις
Να μη σκαλίζεις καρδιές, να μη φυτεύεις μέσα τους τις προσδοκίες σου
για ένα ξημέρωμα στην Ανδαλουσία, μια απογευματινή βόλτα στην Κολμάρ, έναν καφέ στο κρύο Βερολίνο
Να μη θεωρείς πως η αλεπού είναι μοναδική για σένα
Δεν είσαι ο μικρός πρίγκιπας
Κι ας έχεις ξανθά μαλλιά κι εκείνο το κασκόλ που τον θυμίζει
Κοίτα να εκσυγχρονιστείς
Της απάντησα όχι.

Η ηλικία μου (*) Σκέψεις

Στην ηλικία μου οι άνθρωποι δεν ερωτεύονται, έτσι μου είπε. Δεν κοιμούνται αγκαλιασμένοι και δεν αναζητούν την αέναη ψηλάφηση των κορμιών, δε μετρούν τις ελιές στα σώματα, έτσι όπως μπαίνει το πρωινό φως από τις γρίλιες, δεν περιμένουν να ανοίξουν τα βλέφαρα του/της συντρόφου τους μόλις ξυπνήσουν, για να μετρήσουν σιωπηλά τις αποχρώσεις των χρωμάτων γύρω από τις ολοστρόγγυλες κόρες, δε σχεδιάζουν τις ζωές τους συμπεριλαμβάνοντας άλλους ανθρώπους, δεν αποζητούν να ταξιδέψουν ολόκληρο τον πλανήτη με ένα μονάχα πρόσωπο ή να κλειστούν με το ίδιο αυτό πρόσωπο σε ένα δωμάτιο για την υπόλοιπη αιωνιότητα, δεν επιθυμούν να καταβροχθίσουν με ηδονή τη σάρκα που πάντα θα αναβλύζει μύρο στη δική τους μύτη, να τη γευτούν σαν υαίνες της ηδονής, δε γίνεται να ζήσουν χωρίς να υπολογίσουν κάθε τους πράξη, το κόστος της, το κέρδος της, το ποσοστό ρίσκου, δε γίνεται να εκφράζουν τα συναισθήματά τους χωρίς δεύτερες σκέψεις και να βρίσκουν ένα τραγούδι για κάθε τους συναίσθημα, δεν επιτρέπεται να αρκούνται στο χαμόγελο και σε μια ειλικρινή ματιά για να πολεμήσουν το κακό όλης της πλάσης, δε νοείται να γράφουν στίχους, διηγήματα, να ζωγραφίζουν γυμνά κορμιά και άστοχες απεικονίσεις προσώπων, να ονειρεύονται μονάχα εκείνον ή εκείνη, να διατίθενται να παραχωρήσουν τα κλειδιά του μικρόκοσμου τους και σε κάποιον/α άλλον/η, δε γίνεται να περιμένουν ένα μήνυμα πάνω απ’ το κινητό τους, να χτυπάει η καρδιά τους πιο γρήγορα μόλις δουν το όνομα να αναγράφεται στην οθόνη, να πιστεύουν πως ο κόσμος όταν τους κρατάς το χέρι είναι πιο ασφαλής, όταν τους αγκαλιάζεις αδιάφορος, αδιάφορη η κλιματική αλλαγή, η πείνα, η παγκόσμια φτώχεια, ο καπιταλισμός κι οι συνέπειές του, όχι… στην ηλικία μου οι άνθρωποι δεν ερωτεύονται. Πολύ πληγωμένοι/η. Οι άνθρωποι. Η ηλικία μου.

Νεκροφόρα (*) Μικροδιήγημα

Είχα αυτό το όραμα, όπως γυρνούσα κουρασμένος απ’ τα ερωτηματικά για τις τοποθετήσεις και τις αναγκαίες επανατοποθετήσεις που προκύπτουν απέναντι σε αυτές. Ομίχλη, εκείνη η πηχτή ομίχλη της «μιας αιωνιότητας και μιας ημέρας», κίτρινη έντονη γραμμή, διαχωριστική, σε δρόμο ασφαλτοστρωμένο, κι εγώ να περπατώ πάνω της, ισορροπώντας, σαν μικρό παιδί, μικρά προσεκτικά βήματα, μα κατά κάποιον περίεργο τρόπο ενός περήφανου ανθρώπου. Δεξιά κι αριστερά, και στα δύο ρεύματα, πολλές νεκροφόρες, κινούμενες προς την ίδια κατεύθυνση, αντίθετη της δικής μου, να με προσπερνούν κουβαλώντας τα καφέ βαριά τους φέρετρα, που γνώριζα πως είναι άδεια. Μόνος, να περπατώ αντίθετα απ’ την αοριστία μιας υποψίας σήψης, η νεκροφόρα έχει αρνητικό πρόσημο, μα τι είναι μια νεκροφόρα χωρίς νεκρό; Τι φέρει; Γιατί το γνώριζα πως δεν έχουν κανέναν να παραλάβουν, γνώριζα πως εκείνες επέστρεφαν, ενώ εγώ πήγαινα. Κι ήλπιζα πως μέσα τους θα είναι θαμμένοι εγωισμοί, πως θα ένιωθα πιο ζωντανός, προσπερνώντας έναν κάποιον θάνατο. Μα έφτασα στο σπίτι, κρατώντας μια σακούλα γλυκά, ιδρωμένος, έξω απ’ οράματα πια. Τοποθέτησα το κουτί στον πάγκο της κουζίνας κι ήξερα πως τούτη η γη είναι η μεγαλύτερη όλων, νεκρός κι εγώ, μα ζωντανός ακόμη. Τούτη η γη, απέραντη, αιώνια νεκροφόρα.

Εύκολο χρήμα (*) Μικροδιήγημα

Καθισμένοι κι οι δύο σε αστικό σκηνικό, μεσοαστικής κατοικίας, τελευταίοι των αστών και πρώτοι της γενιάς του άσ’ το καλύτερα, συζητούσαν για το εύκολο χρήμα. Τι είναι το εύκολο χρήμα, αναρωτήθηκε ο μεγαλύτερος, ζητώντας εξηγήσεις.

Το εύκολο χρήμα είναι να μην κουράζεσαι, του εξήγησε ο άλλος, να μην ενοχλείσαι απ’ το κάθε bloody αφεντικό, να μην ιδρώσεις, να μην έρχεσαι σε αντιπαράθεση με το κάθε μουνί (γιατί ως γνωστόν τα μουνιά είναι πρώτα σε αντιπαραθέσεις, σκέφτηκε ο μεγαλύτερος, σκεπτόμενος πόσα στερεότυπα εν έτει  2021 ορίζουν ακόμη το θηλυκό ως πηγή του κακού).  Να αξιοποιείς το ελάχιστο μυαλό που διαθέτεις πολύ καλύτερα απ’ όσους έχουν μυαλό, αλλά βγάζουν ψίχουλα μπροστά σε αυτά που βγάζεις εσύ.

Τον κοίταξε προβληματισμένος, όχι ξεκάθαρα στεναχωρημένος, ούτε ξεκάθαρα απορημένος. Ήταν κάτι αναμενόμενο άλλωστε όλη αυτή η διάθεση του νεαρότερου ομιλητή. Μια γενιά που γεννήθηκε πιο κουρασμένη απ’ την προηγούμενη, ίσως γιατί ήταν εκ προοιμίου ευνουχισμένη στη σωματική εργασία: πνευματικότητα, αποστροφή των χειρωνανακτικών επαγγελμάτων, ευκολία στις μετακινήσεις, στις αγορές μέσω διαδικτύου, homo καρεκλάτος, σεξ μέσω chat, συναλλάγες, κρυπτονομίσματα, κρυπτοσυναισθήματα κι ένας νεκρός Μητροπάνος που δεν έχει να πει σε καμία Ρόζα να τον συγχωρέσει που δεν καταλαβαίνει τι λένε τα κομπιούτερς κι οι αριθμοί.

Αυτός είναι ο στόχος σου; τον ρώτησε σύντομα κι ο μικρότερος δυσκολεύτηκε να καταλάβει την ερώτηση. Το εύκολο χρήμα, αυτός είναι ο στόχος σου; Γι’ αυτό γίνεται όλη αυτή η κουβέντα; του διευκρίνισε τι ήθελε να πει.

Θα σε χάλαγε; Θα σε χάλαγε να βγάζεις είκοσι χιλιάρικα τον μήνα από φωτογραφίες με τοποθέτηση προϊόντων; Θα ζοριζόσουν περισσότερο από τώρα που ζεις σαν συμβατικός, μίζερος ενήλικας που πηγαίνει κάθε πρωί στη δουλειά του για ψωροδεκάρες;

Ναι, απάντησε ψύχραιμος εκείνος. Θα ζοριζόμουν. Δεν υπάρχει εύκολο χρήμα. Γρήγορο ναι. Αλλά εύκολο, όχι. Δυσκολεύομαι να κοιμηθώ ήσυχος τα βράδια, με τα χρήματα που βγάζω ως υπαλληλίσκος, γιατί κάποιοι πουλάνε τα ίδια τους τα νεφρά για να εξασφαλίσουν τις ψωροδεκάρές μου. Γιατί άνθρωποι, δέντρα και ζώα κι ένας ολόκληρος πλανήτης θανατώνονται στον βωμό του χρήματος, ενώ κανείς δεν τρέφεται με χαρτονομίσματα και κέρματα, αλλά με τη μολυσμένη τροφή που βάζει στα σωθικά του. Γιατί το χρήμα είναι πίσω από όλα τα δεινά. Άνθρωποι πουλάνε την εικόνα τους, την καθημερινότητά τους ως ειδησεογραφία, ναρκωτικά, τα κορμιά τους, τα κορμιά άλλων ανθρώπων χωρίς τη θέλησή τους, όπλα, ελπίδες, φάρμακα που είναι αναγκαία για να ζήσεις, ιατρική περίθαλψη, το νερό, πουλάνε τη ζωή, τη μητέρα τους, την ψυχή τους… Κι όσο περισσότερο έχεις κέρδος, τόσο περισσότερο αλλοιώνεσαι και απομακρύνεσαι απ’ τις κοινές χαρές. Θα είσαι ο ίδιος άνθρωπος μετά; Θα μπορούν οι φίλοι σου να σε ακολουθήσουν ή θα εξαγοράζεις τη συντροφιά τους; Η μπύρα στα παγκάκια, τα ταξίδια που κάνεις σπάζοντας τον κουμπαρά σου, οι αθώοι έρωτες που αρκούνται στο καλό σεξ και σε μια ζεστή αγκαλιά θα έχουν την ίδια αξία για σένα; Θα αρκούσαν τυπικές φιλανθρωπίες για να ηρεμήσουν τις ενοχές σου; Γεννήθηκες ήδη με τις αντιφάσεις που κουβαλάει ένας δυτικός άνθρωπος. Να εξαρτάται η ευημερία σου απ’ τις πενιχρές συνθήκες διαβίωσης τρίτων ανθρώπων. Πόσο πολύ θα άντεχες να διευρύνεις το χάσμα; Να αποδεικνύεις συνεχώς τις επίγειες χαρές ενός οικονομικού παραδείσου; Να σε επιβεβαιώνουν άτομα της τάξης σου ή άτομα που θα ονειρεύονται την τάξη σου για να νιώθεις πλήρης; Θα είναι ο κόσμος σου το ίδιο εύκολος για σένα έχοντας στα χέρια σου το εύκολο χρήμα; Αγοράζεται η χαρά; Ο θάνατος δωροδοκείται; Η αϋπνία; Η ανία που προκαλεί η επίτευξη των πάντων; Αγοράζεται η αλήθεια του καθένα;

Ο μικρότερος σηκώθηκε έξαλλος με τον μακροσκελή λόγο του μεγαλύτερου. Ανάθεμα την ώρα που σου μίλησα, σκέφτηκε. Υπάλληλος γεννήθηκες και υπάλληλος θα πεθάνεις. Του συστήματος και της δυτικής σου καταδίκης. Έφυγε χωρίς να τον χαιρετήσει. Μπήκε στο ασανσέρ, κοίταξε στον καθρέφτη, χαμογέλασε, άνοιξε το ίνστα, είδε τις ζηλεύτες ζωές να τον προσπερνάνε μέχρι να φτάσει στο ισόγειο, αλλά δεν μπορούσε να νιώσει την ίδια ζήλεια που ένιωθε πριν. Ένα ατελείωτο, μάταιο σκρολάρισμα που προκαλούσε περισσότερο φθόνο, περισσότερες συγκρίσεις και δυστυχία. Μπήκα ξανά στο ασανσέρ, ανέβηκε πάλι στο διαμέρισμα, βρήκε τον μεγαλύτερο να κάθεται ακριβώς στην ίδια στάση που τον άφησε, λες και περίμενε αυτήν την επιστροφή, του χαμογέλασε χωρίς να πει την παραμικρή κουβέντα, εκείνος του ανταπέδωσε το χαμόγελο, του έκλεισε το μάτι και ξαναέφυγε.

Ακολουθώ (*) Σκέψεις

Κανέναν τους δε θέλω να ακολουθήσω, κανέναν τους να μ’ ακολουθεί. Κουμπί για συμπορεύομαι θα φάνταζε γελοίο, έτσι είναι τα πράγματα στο είκοσι, μου είπανε, κι εγώ πρέπει να ακολουθήσω, μα δεν ακολουθώ. Επηρέασε, επηρεάσου, αλλά μην επηρεάζεσαι, γίνε προϊόν, αλλά πληρώσου, νιώσε πλήρης, επιβεβαιώσου, βρες σεξ, πόσο εύκολα μπορείς να βρεις σεξ, ανακάλυψε τον κόσμο, πρόβαλλε τη ζωή που επιθυμείς, δείξε τη ματιά σου, μοιράσου με τον φτωχό τα πλούτη σου, έλα δείξ’ του τι έχεις και δεν έχει αυτός, το δαγκωμενο μήλο πάνω στο κινητό σου, απόδειξέ τους ότι μετράς, ότι δεν υπάρχει φτώχεια, δεν υπάρχει θάνατος, δεν υπάρχει θλίψη, μόνο οι κοιλιακοί σου, τα απίστευτα ταξίδια σου, η εξαιρετική ματιά σου στη διακόσμηση, στη μόδα, στις τέχνες, το χαμόγελό σου και το δάκρυ σου, μόνο όταν θεωρείται υψηλής αισθητικής. Έτσι είναι ο κόσμος στο είκοσι, μπορεί να σε καταναλώσει, ενώ νομίζεις πως είσαι ο καταναλωτής. Ακολούθα τον κόσμο, γιατί ο ηλεκτρονικός θάνατος είναι θάνατος. Γιατί όλα κινούνται ηλεκτρονικά. Όλα κινούνται, πηδιούνται και εξελίσσονται εκεί. Ωραία φωτογραφία, μου τη δανείζεις να αποδείξω κάτι; Ωραία ζωή, καδράρισέ τη να σε φθονούν, αυτό δε θες εξάλλου; Να σ’ ακολουθούν. Μεσίας, βασιλιάς, influencer. Εγώ; Γιατί όχι εγώ; Ίσως γιατί δεν έχω επιλογή, ίσως γιατί ποτέ δεν πίστεψα σε αυτήν. Μόνο τον ήλιο, όσο ζω, αυτόν, αυτόν μπορώ να εμπιστευτώ, γιατί ξέρω, ξέρω πού πάει να κρυφτεί, ξέρω πόσο επικίνδυνος είναι, ξέρω από πού θα επιστρέψει, ξέρω πως είμαι καταδικασμένος να τον χρειάζομαι κι έτσι αυτόν, ναι, τον ακολουθώ. Μα ήλιο άλλον δεν έχω βρει κι ό,τι για ήλιος έμοιαζε, δεν ήταν ήλιος. Ίσως κι εμένα ακολουθώ κι ας μην ξέρω πού πάει αυτό το πλάσμα να κρυφτεί, πόσο επικίνδυνο μπορεί να αποδειχθεί, αν ποτέ θα υπάρξει επιστροφή όταν οριστικά θα φύγει, ξέρω μονάχα πως είμαι καταδικασμένος να το χρειάζομαι κι όταν γι’ αυτό μιλάω να είναι σε άλφα ενικό. Εγώ, όχι. Κανέναν πια, πέρα απ’ τον ήλιο -ίσως κι εμένα-, δεν ακολουθώ. Δεν μπορώ.

Αρέσει σε %d bloggers: